Το κτήνος καιροφυλακτεί…

Τις τελευταίες μέρες και μετά την καταδίκη ως εγκληματικής οργάνωσης του ναζιστικού μορφώματος, ζούμε στον αστερισμό της αντιναζιστικής δράσης της πλειονότητας του λαού μας, όπου ο καθένας μας από το δικό του μετερίζι έδωσε μάχη σώμα με σώμα με την Χρυσή Αυγή, ώστε να την στείλει στα αζήτητα της ελληνικής ιστορίας.
Οι τηλεοπτικές οθόνες μας, μεταφέροντάς μια σουρεαλιστική εικόνα, γεμίζουν με κάθε ευκαιρία από όψιμους αντιναζιστές, οι οποίοι με διαπρύσιους λόγους μας υπενθυμίζουν τις δράσεις τους και πως από αυτούς ξεκίνησε το «ξήλωμα του πουλόβερ» που λέγεται Χρυσή Αυγή!
Κι αυτή η εικόνα θα ήταν για γέλια, αν δεν αφορούσε ένα τόσο σοβαρό θέμα όπως αυτό της ναζιστικής οργάνωσης με τα μέλη θαυμαστές του Χίτλερ που για μια δεκαετία και πλέον κυριάρχησε στο πολιτικό τοπίο της χώρας μας, διεκδικώντας μάλιστα και την τρίτη θέση ως πολιτικό κόμμα στο Εθνικό Κοινοβούλιο, θέση που έχασε για λίγες χιλιάδες ψήφους.
Βεβαίως αυτό είναι λεπτομέρεια για τους σημερινούς τιμητές, όπως λεπτομέρεια είναι κι ότι συγκέντρωσε με αριθμητική πρόοδο μάλιστα στις εκλογές, εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους προτίμησης από τον ελληνικό λαό.
Κι αν σήμερα κυρίαρχο είναι το σύνθημα «δεν είναι αθώοι» που αφορά τους χρυσαυγίτες και την εγκληματική δράση τους με δολοφονίες, ξυλοδαρμούς και προπηλακισμούς, ακόμη και μέσα στη Βουλή, καλό είναι να το θυμόμαστε και να το προσαρμόζουμε αναλογιζόμενοι πως ανδρώθηκε και με την ψήφο ποίων αυτή η εγκληματική οργάνωση.
Κι αν είναι δύσκολο να θυμηθούμε όλα αυτά που αφορούν την ελληνική επικράτεια, τουλάχιστον εμείς οι αρτινοί μπορούμε να θυμηθούμε τον αριθμό των ψήφων που πήρε στις προτελευταίες εκλογές η Χρυσή Αυγή στο μαρτυρικό Κομμένο, με τα εκατοντάδες θύματα των ναζιστών δολοφόνων του Χίτλερ!
Όμως ο τρόπος διαχείρισης της ιστορικής πράγματι απόφασης του Δικαστηρίου Αθηνών με τον χαρακτηρισμό της Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση και την πανθομολογούμενη νίκη της δημοκρατίας επί του φασισμού και του ναζισμού, δυστυχώς απέχει παρασάγγας από τον προσδοκώμενο και την απαιτούμενη σοβαρότητα του θέματος.
Μια διαχείριση που παραπέμπει ευθέως στην ανάλογη με τον χαρακτηρισμό νηπίων, ανηλίκων και αγέννητων ακόμη, ως αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, προκειμένου να εξασφαλίσουν την σύνταξη αντιστασιακού που είχε θεσμοθετήσει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, που με τον τρόπο αυτό αντί να καταστεί πράξη αναγνώρισης όσων έδωσαν τα πάντα στον αγώνα κατά του φασίστα και ναζιστή κατακτητή, κατέληξε να απαξιώνει τις θυσίες τους!
Ή το πιο πρόσφατο – σχετικά – που με την πτώση της χούντας γέμισε η Ελλάδα αντιστασιακούς, που διώχτηκαν από την επάρατο και τους συνταγματάρχες για τα φρονήματά τους και κάπως έπρεπε κι αυτοί να αποζημιωθούν, με το «βόλεμά» τους στο δημόσιο. Κι επειδή το κτήνος του φασισμού δεν είναι εύκολο να σκοτωθεί, καλό είναι να θυμόμαστε «πως λαός που λησμονεί είναι καταδικασμένος να ξαναζήσει τα ίδια».
Και το αντίδοτο για την αντιμετώπισή του, το έδωσε με τον πιο καταλυτικό τρόπο ο Μάνος Χατζηδάκης, όταν 30 χρόνια πριν σε ομιλία του επεσήμανε «Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται. Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες».