Η Άρτα ως θέατρο μιας άλλης ζωής

Του Βασίλη Τσίρκα*

Η ρουτίνα της καραντίνας με το περπάτημα, τρέξιμο ή το ποδήλατο  μας έκανε όλους να αναλογιστούμε ξανά την έννοια των ελεύθερων χώρων στην πόλη, των χώρων άθλησης, των ποδηλατόδρομων. 

Και ποιος δεν σκέφτηκε αυτές τις μέρες πως θα μπορούσε να είναι πόλη αλλιώς. Πιο κεφάτη, πιο χαρούμενη, πιο υγιής, πιο ζωντανή, με περισσότερη φαντασία. Όλοι αναζητήσαμε λίγο χώρο αυτές τις δύσκολες μέρες του εγκλεισμού. 

Και αυτή η αναζήτηση κατά τη διάρκεια αυτών των απελευθερωτικών για το σώμα και το μυαλό μετακινήσεων ήταν ταυτόχρονα ένα ταξίδι στις λεπτομέρειες της πόλης. Ίσως αν ήμαστε πιο οργανωμένοι να εντοπίζαμε με πιο συστηματικό τρόπο τις παγίδες στους δρόμους, τις δύσκολες διασταυρώσεις, τις δυνατότητες, τις ανάγκες.

Η Άρτα χρειάζεται μια νέα κοινωνική, δημοκρατική  και ηθική συλλογική ταυτότητα. Έχει τις προϋποθέσεις να γίνει ένα κοινωνικό τοπίο όπου οι πολίτες θα μπορούν να βιώνουν την πόλη με όλες τις αισθήσεις τους. Αυτά βέβαια απαιτούν σχέδιο και όραμα. Σχέδιο στο οποίο οι πολίτες θα γίνουν συμμέτοχοι. Δεν θα είναι αδιάφοροι, δεν θα νιώθουν περαστικοί και εκτοπισμένοι. Αντίθετα θα βιώνουν την πόλη ως τρόπο ζωής, ως συλλογική ανθρώπινη εμπειρία. 

Χρειαζόμαστε μια στρατηγική που θα στρέφει αποφασιστικά το βλέμμα στις ανάγκες των ανθρώπων της πόλης για περπάτημα, άθληση, συνεύρεση, συναναστροφή και γενικά μια πιο ποιοτική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου. 

Χρειάζεται βέβαια και η συμμετοχή των πολιτών στην αλλαγή της συμπεριφοράς μας, των επιλογών μας και των συνηθειών μας.

Η Άρτα έχει όλα τα φόντα να γίνει πόλη που θα ενσωματώνει, θα λειτουργεί συνθετικά σε σχέση με τις διαφορές των κατοίκων, θα έχει γειτονιές που αλληλοσυνδέονται. Και θα προσφέρει απόλαυση, ικανοποίηση και ευχαρίστηση.

Η Άρτα βέβαια έχει περιοχές με διαφορετικά προβλήματα, διαφορετικές ανάγκες αλλά και διαφορετικές δυνατότητες. 

Στο κέντρο επικρατεί η πυκνότητα της δόμησης, το κυκλοφοριακό πρόβλημα, η έλλειψη κοινόχρηστων χώρων που εντείνουν την υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης και της ποιότητας ζωής και επιτείνουν την απαξίωση του κτηριακού αποθέματος, των ιστορικών γειτονιών και διαδρομών της πόλης. Αλλά στο κέντρο της Άρτας βρίσκονται και οι πολύτιμοι αρχαιολογικοί χώροι, τα βυζαντινά μνημεία, το Κάστρο και το Ξενία, οι γειτονιές γύρω από το κάστρο, ο πεζόδρομος της οδού Σκουφά, τα στενάκια με τα μαγαζιά.

Στην άνω πόλη οι γειτονιές είναι ακόμα πιο συνδεδεμένες. Οι παρεμβάσεις που  έχουν γίνει όμως μέχρι σήμερα δεν αρκούν για να μπορούμε να μιλάμε για ουσιαστική αναβάθμιση αλλά η περιοχή έχει πρόσβαση στο δάσος και οι περιφερειακοί δρόμοι δίνουν μια ανάσα. Λείπει όμως η εκτεταμένη πεζοδρόμηση που θα έδινε χώρο για μετακινήσεις και περισσότερους ελεύθερους χώρους.

Στο τρίγωνο υπάρχουν πλατύτεροι δρόμοι, περισσότερα πεζοδρόμια, λίγες πλατείες και παιδικές χαρές σε σχέση με τον πληθυσμό, το αρχαιολογικό μουσείο, το γήπεδο, τα μαγαζιά της γέφυρας, το στάδιο. Είναι η μόνη περιοχή που χτίστηκε μεταγενέστερα όταν τα παραδείγματα από ευρωπαϊκές πόλεις ήταν πολλά και πρόσφατα όπου θα μπορούσαν να υπάρχουν περισσότεροι ελεύθεροι χώροι, χώροι άθλησης και συναναστροφής, παιδικές χαρές και ποδηλατόδρομοι. Λείπει όμως και εδώ η αίσθηση της γειτονιάς και της κοινότητας.

Στο σκοπευτήριο και στη γύρω περιοχή υπάρχουν οι πλατείες, το παραποτάμιο  πάρκο, τα λαϊκά στέκια, το γήπεδο, το γυμναστήριο. Και η προσπάθεια των κατοίκων να δημιουργήσουν ξανά από την αρχή μια αίσθηση κοινότητας και δημόσιου χώρου, να αναζωογονήσουν την έννοια της τοπικής διασύνδεσης και να οικοδομήσουν μια νέα ταυτότητα σε σύνδεση με τη λαϊκή ιστορία της περιοχής αποτυπώνει την ανάγκη για νέες ποιοτικές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν και θα ενθαρρύνουν αυτή την προοπτική. 

Δεν επιδιώκω εδώ να απαριθμήσω όλες τις κρυφές γωνιές και ομορφιές της πόλης. Εξάλλου είναι πολλές. Σε όλες όμως αυτές τις περιοχές που πάει ο νους μας ο άξονας πάνω στον οποίο οφείλουμε να ανασυγκροτήσουμε την πόλη είναι η σύζευξη της σύγχρονης ζωής με το ιστορικό και εμπορικό κέντρο της πόλης, τη λαϊκή παράδοση και την ιστορική μνήμη.

Χωρίς δημόσιους χώρους με ταυτότητα και μνήμη, η εγκατάλειψη και η μιζέρια θα επικαλύπτουν πάντα την όποια προσπάθεια ανάταξης. Γιατί δεν αρκούν οι δήθεν «εξωραϊσμοί» και οι δήθεν «αναβαθμίσεις». Χρειάζεται φαντασία, εμπλοκή της τοπικής κοινωνίας και οργανωμένο σχέδιο.

Η πόλη είναι το θέατρο χρήσεων, συνηθειών, δράσεων, το αποτύπωμα των οικονομικών δραστηριοτήτων, των κοινωνικών σχημάτων και των πολιτιστικών αξιών. Οι ελεύθεροι χώροι θα έπρεπε να πρωταγωνιστούν στην αναζωογόνηση της πόλης. Είναι ακριβώς αυτοί οι υπαίθριοι αστικοί χώροι που εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους αφενός στις δεκαετίες της συνεχούς ανάπτυξης και αφετέρου στη δεκαετία της κρίσης.

Αξίζει όμως να εξαντλήσουμε τα περιθώρια για δημιουργία νέου υπαίθριου ή δομημένου δημόσιου χώρου, έστω και μικρής κλίμακας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να θυσιάσουμε ούτε ένα τετραγωνικό δημόσιου χώρου.

Χρειαζόμαστε ένα νέο πρότυπο με περιοχές που να καλύπτονται περπατώντας ή με ποδήλατο, με ενίσχυση της μικροεπιχειρηματικότητας στις γειτονιές, με αξιοποίηση των χώρων για δημόσιες υποδομές σε μικρή κλίμακα – σχολεία, παιδικές χαρές, λέσχες φιλίας, χώροι άθλησης κοινωνικής αλληλεπίδρασης – διοργάνωση τοπικών φεστιβάλ ή γιορτών για τη διαμόρφωση της τοπικής ταυτότητας και της συλλογικής μνήμης. 

Γιατί να μην καθιερώσουμε μία ή δύο μέρες ήπιας κυκλοφορίας για τα αυτοκίνητα στο κέντρο της πόλης για να ενδυναμώσουμε άλλες μορφές μετακίνησης αλλά και ζώνες αποκλιμάκωσης για βόλτα και αναψυχή;

Χρειάζεται ένα στρατηγικό σχέδιο που θα επενδύει στην ποιότητα ζωής, στο περιβάλλον και στον άνθρωπο και θα επανανοηματοδοτεί τη  φυσιογνωμία της πόλης. 

Χρειάζονται πρωτοβουλίες που θα αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον για τον τόπο μας.

Υστερόγραφο: Και για όλους τους παραπάνω λόγους η χρήση του Ξενία ως τόπου συνάντησης, αγοράς, δημόσιας ζωής και δημιουργίας αποτελεί το σημείο εκκίνησης για να φανταστούμε και να οικοδομήσουμε την πόλη αλλιώς. Κυρίως γιατί συνδέεται με τη δημόσια ζωή, την πολιτιστική δημιουργία, τους τοπικούς αγώνες για μια πόλη ανοιχτή. 

Και μόνο αν μπορούμε να βιώσουμε τους χώρους αυτούς με όλες τις αισθήσεις μας ως κοινό τόπο ζωής θα έχει επιτελεστεί ο σκοπός της δημόσιας χρήσης. Χωρίς το κάστρο και το ξενία κάθε προσπάθεια για την ανασύσταση της κοινωνικής ζωής, της λαϊκής μνήμης και της συλλογικής ταυτότητάς μας, θα είναι λειψή και αφυδατωμένη.

«Φαίνεται πάντα αδύνατο μέχρι να γίνει», φέρεται να είπε ο Νέλσον Μαντέλα. Ειδικά σε μια περίοδο που η κρίση λόγω πανδημίας αλλά και λόγω αντιλαϊκών πολιτικών απειλεί την κοινωνική συνοχή. Ας ξεκινήσουμε τη δουλειά και ας το ολοκληρώσουμε. 

*Ο Βασίλης Τσίρκας είναι δικηγόρος, πρώην βουλευτής Άρτας