Ο … ασεβής (αναιδής) SARS-CoV-2 και το μέλλον των συστημάτων υγείας

Είχα αναφέρει σε προηγούμενο μου άρθρο, ότι “όταν με το καλό επανέλθουμε, θα κάνουμε ταμείο και θα δούμε τι μας άφησε και κυρίως τι μας πήρε η πανδημία”. Μάλλον αυτό θα αργήσει να γίνει. Όσο περνάει ο καιρός όλο και περισσότερο οι απόψεις των ειδικών συγκλίνουν στο ότι δεν θα γλυτώσουμε εύκολα και σύντομα από τον “αναιδή κορωνοϊό”, που δεν …σέβεται κανένα, ούτε βασιλείς και πρίγκηπες, ούτε πρωθυπουργούς και υπουργούς,ούτε ακόμη ταπεινούς και λιμοκτονούντες πληθυσμούς (αφορά τον άλλο λιμό με γιώτα) στις υποσαχάριες περιοχές και στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της Ασίας. Οι περισσότεροι από τους ειδικούς επιμένουν ότι το εμβόλιο θα καθυστερήσει παρά τις 100 και πλέον προσπάθειες που βρίσκονται σε εξέλιξη παγκοσμίως, οι διάφορες θεραπείες βρίσκονται ακόμη σε δοκιμασία και η “πανδημία των αβεβαιοτήτων” σχετικά με τι γνωρίζουμε γι΄αυτόν το νεοφερμένο κορωνοϊό καλά κρατεί.

Προφανώς και δεν είμαι ειδικός επί του θέματος των λοιμώξεων, παρακολουθώ όμως με ιδιαίτερη προσοχή και προβληματισμό τις εξελίξεις. Στη συνέχεια, αξιοποιώντας και κάποιες από τις απόψεις των ειδικών, τάσσομαι ασυζητητί υπέρ της διεθνούς συνεργασίας και της ενδυνάμωσης των υπηρεσιών δημόσιας υγείας και των συστημάτων υγείας τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και για το δικό μας σύστημα στην Κύπρο που βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.

Σε διεθνές επίπεδο όλοι μας γίναμε μάρτυρες απίστευτων σκηνών από χώρες με οργανωμένα συστήματα υγείας, που ωστόσο δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στην πανδημία. Ελλείψεις σε κλίνες ΜΕΘ και σε εξοπλισμό, ακόμη και σε απλά μέσα ατομικής προστασίας των επαγγελματιών υγείας, αδυναμία διαχείρισης των θανόντων από τον κορωνοϊό, ομαδικούς τάφους και ασθενείς παρατημένους στους διαδρόμους νοσοκομείων, που μας παρέπεμπαν σε σκηνές από την περιβόητη ισπανική γρίπη, προ εκατονταετίας, με τα πενήντα και πλέον εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως.

H μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη βοήθησε μεταξύ άλλων και στην ραγδαία εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης και της έρευνας, οδηγώντας τα συστήματα υγείας στη σημερινή ιατρο-κεντρική/νοσοκομειο-κεντρική τους μορφή, με μεγαλύτερη έμφαση στη θεραπεία και λιγότερο στην πρόληψη, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης. Στον αντίποδα, υπηρεσίες δημόσιας υγείας για την πρόληψη και αντιμετώπιση των λοιμωδών νοσημάτων δεν αναπτύχθηκαν επαρκώς, παραμένοντας χαμηλά στις προτεραιότητες υγείας όλων των χωρών. Παρά τις τακτικές επισκέψεις επιδημιών πανώλης, ευλογιάς, λέπρας, σύφιλης, κ.α., που ενέσκηψαν κατά καιρούς και ερήμωσαν ολόκληρες περιοχές ιδίως στην Ευρώπη, οι υπηρεσίες δημόσιας υγείας παρέμειναν σταθερά στις παρυφές των δημόσιων συστημάτων υγείας.

Θεωρώντας ίσως ότι τέτοιες πανδημίες μπορεί να είναι στη σημερινή μας εποχή διαχειρίσιμες, ή ότι δε θα ξανάρθουν, η έρευνα και οι πόροι για την υγεία κατευθύνθηκαν κυρίως στην αντιμετώπιση των λεγόμενων “νοσημάτων του πολιτισμού”, όπως ο καρκίνος, τα καρδιαγγειακά, ο διαβήτης, το αλτσχάιμερ, και σε πολύ μικρότερο βαθμό στα λοιμώδη. Μπορεί τα καρδιαγγειακά να σκοτώνουν κάθε χρόνο 16 εκατομμύρια ανθρώπους, άλλοι τόσοι όμως πεθαίνουν από τα λοιμώδη. Η διαφορά είναι ότι στην πρώτη περίπτωση η πλειονότητα αυτών που πεθαίνουν ζουν στις ανεπτυγμένες και πλούσιες χώρες και στη δεύτερη στις πλέον φτωχές χώρες της Αφρικής και της Ασίας.“Όσο πιο φτωχή η χώρα τόσο πιο πολλοί θάνατοι από λοιμώξεις”, αναφέρουν οι ειδικοί.

Αυτή τη φορά οι συνθήκες της “δικής μας πανδημίας” είναι πολύ διαφορετικές. Μπορεί η ισπανική γρίπη το 1918 να έκανε τρεις μήνες για να φτάσει από την Ισπανία στην Νότια Αφρική, σήμερα όμως με την παγκοσμιοποίηση και τις αεροπορικές συνδέσεις ο SARS-CοV-2 έφτασε σε 24 ώρες σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Βρήκε όμως το ίδιο τους πάντες απροετοίμαστους. Τις κυβερνήσεις, τα συστήματα υγείας, την κοινωνία, τους πολίτες, τον ΠΟΥ, τον ΟΗΕ, την Ε.Ε. Και είδαμε όλοι τις διαφορετικές προσεγγίσεις από χώρες-μέλη της Ε.Ε., τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές, την απουσία διεθνούς συντονισμού, τους ανταγωνισμούς και την έλλειψη συνεργασίας για το εμβόλιο, τα διαγνωστικά τεστ και τη θεραπεία, τις αλαζονικές συμπεριφορές και την απουσία αλληλεγγύης, τις προφανείς ιδιοτέλειες μέσα από τη λεγόμενη “διπλωματία της μάσκας”, ακόμα και συζητήσεις για το πότε και σε ποιο βαθμό πρέπει να έχει προτεραιότητα η οικονομία και όχι οι ανθρώπινες ζωές.

Είναι αλήθεια ότι τα συστήματα υγείας αποτελούν αρμοδιότητα των χωρών-μελών της Ε.Ε. , όμως τα γενικότερα θέματα δημόσιας υγείας και διαχείρισης ασθενειών συντονίζονται κεντρικά από την Ε.Ε. Και σ’ αυτό τον τομέα η Ε.Ε. πέραν των κατευθυντήριων οδηγιών και κάποιας χρηματοδότησης για έρευνα σε τομείς όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία, ο διαβήτης και ο καρκίνος, δεν είχε τα τελευταία χρόνια σημαντική συνεισφορά στην πρόληψη και την αντιμετώπιση μιας πιθανής πανδημίας, όπως αυτή που ζούμε σήμερα. H E.E. για μια ακόμη φορά έχασε την ευκαιρία, που της προσφέρθηκε, για να έρθει αρωγός στα κράτη-μέλη και να βοηθήσει στην διασφάλιση της δημόσιας υγείας των πολιτών.

Επειδή οι ιοί, παλιοί και νέοι, θα συνεχίσουν να μας επισκέπτονται, πρέπει το σημερινό πάθημα να γίνει μάθημα για όλα τα κράτη, τους υπερεθνικούς οργανισμούς και ενώσεις, αλλά και για την κοινωνία και τους πολίτες. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες από το 1940 μέχρι το 2004 εμφανίστηκαν 335 νέα λοιμώδη νοσήματα και πολύ περισσότεροι ιοί. Η σημερινή επώδυνη εμπειρία μας πρέπει να αναγκάσει τα κράτη να αναζητήσουν και να βρουν λύσεις, έτσι ώστε οι υπηρεσίες δημόσιας υγείας να αναβαθμιστούν και να αποτελέσουν σημαντικό πυλώνα των δημοσίων συστημάτων υγείας. Σε υπερεθνικό επίπεδο ίσως χρειαστεί, πέραν του ΠΟΥ και του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Πρόληψη και τον Έλεγχο  των Νοσημάτων (ECDC), να δημιουργηθούν θεσμοί παγκόσμιας διαβούλευσης, παρέμβασης και διακυβέρνησης.

Για τη χώρα μας, που βρίσκεται σε διαδικασία εφαρμογής του νέου συστήματος καθολικής κάλυψης, χρειάζεται να συνεχιστεί και να ενταθεί η προσπάθεια, χωρίς εκπτώσεις στις βασικές του αρχές και αξίες, να εξοπλιστεί και να στελεχωθεί καλύτερα με γιατρούς και νοσηλευτές, και το σημαντικότερο να αναπτυχθούν οι υπηρεσίες δημόσιας υγείας με γιατρούς κοινωνικής ιατρικής, ιατρικής της εργασίας και δημόσιας υγείας, που θα συνεισφέρουν στην πρόληψη, την προστασία και την προαγωγή της υγείας.

Και επειδή ο καινούργιος ιός μπορεί να είναι μαζί μας για τα επόμενα χρόνια, πρέπει τα συστήματα υγείας, μαζί και το δικό μας, να είναι προετοιμασμένα για πιθανές περιοδικές επανεμφανίσεις της νόσου. Ίσως χρειαστεί να αναπτύξουν οργανωμένα τμήματα λοιμώξεων, τμήματα έγκαιρης ιχνηλάτησης επαφών με εκπαιδευμένο προσωπικό, αλλά και πρόβλεψη για υποδομές καραντίνας. Επίσης, χρειάζεται ο ΟΚΥπΥ να λειτουργήσει συντονισμένα με αποτελεσματικότητα και ταχύτητα για να διαχειριστεί και να αντιμετωπίσει τα χρονίζοντα προβλήματα του δημόσιου συστήματος υγείας. Από την άλλη, η ΠΑΣΙΚΥ πρέπει να δει την μεγάλη εικόνα και όχι μόνο τις στενά οικονομικές και συνδικαλιστικές της επιδιώξεις. Είναι κρίμα, για παράδειγμα, που το θέμα της δημιουργίας πανεπιστημιακών κλινικών στα δημόσια νοσοκομεία παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες και παραμένει εκεί τα τελευταία χρόνια. Η στείρα αντιπαράθεση του ΟΚΥπΥ με την ΠΑΣΙΚΥ, που διαιωνίζει την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί στα δημόσια νοσοκομεία πρέπει επιτέλους να σταματήσει.

Ως κατακλείδα θεωρώ ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται οι κοινωνίες να βρουν εκείνες τις λύσεις και να αμυνθούν απέναντι σε πανδημίες χωρίς να οδηγούνται σε καταστάσεις lockdown, που δεν είναι ούτε οικονομικά βιώσιμες, ούτε πολιτικά και κοινωνικά αποδεκτές. Σε κάθε περίπτωση η επιστροφή στην κανονικότητα θα είναι οδυνηρή. Ίσως αμφισβητηθούν ακόμη και θέματα-ταμπού που μέχρι σήμερα θεωρούνταν ως κεκτημένα και αδιαπραγμάτευτα. Μπορεί να είναι κάποια από αυτά που θα μας πάρει η πανδημία, που όλοι μας απευχόμαστε.

*Τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων