Το Μοναστήρι του Σέλτσου στις Πηγές Άρτας, κιβωτός ιστορίας

Γράφει ο Νικ. Π. Ζήσης*

Καθώς ο Αχελώος κυλάει στην περιοχή ανατολικά του Νομού Άρτας, περνά κοντά από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου του Σέλτσου. Εκεί στην άκρη ενός βράχου, ζωσμένου από δύο μεριές με κατακόρυφους γκρεμούς που καταλήγουν εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα στην κοίτη του Άσπρου βρίσκεται το εν λόγω μοναστήρι το οποίο έχει πρόσβαση μόνο από το χωριό Πηγές, απέχοντας απ αυτό πέντε χιλιόμετρα. Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα το κτηριακό συγκρότημα της Μονής αρχικά κτίστηκε τον 10ο αιώνα και καταστράφηκε από μεγάλο σεισμό στις αρχές του 15ου αιώνα, για να ανεγερθεί εκ νέου το 1697.Το καθολικό της Μονής, μονόχωρο με ημικυκλικές ασπίδες βόρεια και νότια, αθωνικού τύπου και καμαροσκέπαστο νάρθηκα, είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες που ζωγράφισε το 1698 ο αμαρτωλός Νικόλαος ιερεύς από την Άρτα. Ανάμεσα στο συνηθισμένο για την εποχή εικονογραφικό πρόγραμμα (σε πέντε ζώνες Παντοκράτωρ. Δεσποτικές και Θεομητορικές σκηνές, Ακάθιστος ύμνος, Στηθάρια, Ολόσωμοι άγιοι) παριστάνονται σε μια πρωτότυπη μοναδική και χαριτωμένη σύνθεση, οι καπεταναίοι αδελφοί Νίκος και Αποστόλης. Κρατούν ως κτήτορες ομοίωμα του ναού, φορούν τις επίσημες στολές τους με αρχοντικά καπέλα και φέρουν φωτοστέφανα ως άγιοι. Η Μονή γιορτάζει στις 23 Αυγούστου, ημέρα της Απόδοσης της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στα εννιάμερα της Παναγίας.

Πέρα από την αισθητική και καλλιτεχνική του αξία, εκείνο που έκανε ξακουστό το μοναστήρι του Σέλτσου είναι τα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν μέρος σ’ αυτό. Όταν μετά τη συνθηκολόγηση με τον Αλή πασά οι Σουλιώτες εγκατέλειψαν τα χωριά τους προς κάθε κατεύθυνση, 1148 ψυχές υπό την αρχηγία του Κίτσου Μπότσαρη κατέφυγαν στη Βρεστενίτσα (σημερινές Πηγές Άρτας) και από κει στο μοναστήρι του Σέλτσου όπου έφτασαν στα τέλη Δεκεμβρίου του 1803. Ο Αλή πασάς όμως θεωρώντας έστω και έναν μικρό αριθμό Σουλιωτών, επικίνδυνη εστία, στέλνει πολυάριθμο στρατό να τους εκμηδενίσει. Τον Ιανουάριο του 1804 οι Σουλιώτες δέχτηκαν την πρώτη εκστρατεία που την αντιμετώπισαν με επιτυχία. Για περισσότερους από τρείς μήνες με τη ηθική, υλική και εφοδιαστική υποστήριξη των κατοίκων του χωριού αλλά και την στρατιωτική βοήθεια 250 ντόπιων πολεμιστών που ενσωματώθηκαν σ’ αυτούς, κατάφεραν να αποκρούσουν τις επιθέσεις των 8000 Τουρκαλβανών που τους πολιορκούσαν.

Στις 21 Απριλίου του 1804, μετά από προδοσία και μη αντέχοντας άλλο, οι τουρκικές ενισχύσεις έσπασαν την άμυνά τους. Στο μικρό χώρο έξω από το μοναστήρι διεξάγεται πλέον φονικότατη και άνιση μάχη στην οποία ρίχνονται ακόμη και γυναίκες με μαχαίρια ξύλα πέτρες δόντια νύχια και ό,τι άλλο φονικό μέσο διέθεταν. Μετά την κάμψη των υπερασπιστών της, μόλις τριακοσίων σε σύνολο χιλίων τετρακοσίων ψυχών, τα γυναικόπαιδα κινήθηκαν μέσα από τους γκρεμούς προς τη γέφυρα Κοράκου, για να διαφύγουν. Όταν όμως βρήκαν τα περάσματα πιασμένα από τους Τούρκους, προτιμώντας το θάνατο από την αιχμαλωσία, ρίχτηκαν στους γκρεμούς και το ποτάμι. Άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι γκρεμίσθηκαν, άλλοι πνίγηκαν στον Αχελώο. Εκεί μπροστά στα μάτια τους, αφού τους πολέμησαν αντρειωμένα, τις έβλεπαν να ασπάζονται τα παιδιά τους και να τα ρίχνουν στο βάραθρο, η να τα κρατούν σφιχταγκαλιασμένα πέφτοντας μαζί τους. Η Ιστορία εμβρόντητη έβλεπε να χάνονται σε μια μέρα, τρεις γενιές Μποτσαραίων Σουλιωτών. Γέμισε ο τόπος κουφάρια.

Ο τελικός απολογισμός από τη μάχη του Σέλτσου και το χαλασμό των Μποτσαραίων ήταν η διάσωση μόνον 80 Σουλιωτών από τους οποίους οι 65 (κατ άλλος 54) πέρασαν τον Αχελώο σε διάφορα σημεία και διέφυγαν προς τα Άγραφα. Ο Κίτσος Μπότσαρης μαζί με τον 13χρονο τότε γιο του Μάρκο, κρύφτηκαν σε παρακείμενη στο Σέλτσο σπηλιά και αργότερα κατέφυγαν προς την Πάργα. (Για το θέμα γράφει ο Pouqueville: «Η ανθρωπίνη σκέψις είναι αδύνατον να το πιστεύση. Και όμως άνδρες και γυναίκες φώναξαν θάνατος και όχι σκλαβιά. 300 γυναικόπαιδα και κυκλωμένοι πολεμισταί κατέπεσαν εις το απύθμενον του Σέλτσου βάραθρον»). Ο δε Κλοντ Σαρλ Φοριέλ, (Claude Charles Fauriel) Γάλλος ακαδημαϊκός, φιλόλογος και ιστορικός γράφει: «΄Επιπτον κατά δεκάδες υπό τα βλέμματα και τας κραυγάς των γυναικών αι οποίαι προ του φρικώδους θεάματος το οποίον παρακολούθουν από του ύψους τού γειτονικού μοναστηρίου, αντελήφθησαν ότι έπρεπε μόναι του να φροντίσουν δια τους εαυτούς των. ΄Ολαι σπεύδουν ταχύτατα εις το χείλος κλιτύος αποτόμων καθέτων βράχων, κάτωθεν των οποίων ρέει ο Ασπροπόταμος (Αχελώος) αποφασισμέναι να κατακρημισθούν με τα παιδιά των. Από τους χίλιους Σουλιώτες μια μόνο γυναίκα και πενήντα πέντε άνδρες κατόρθωσαν να σωθούν».

Η ιστορία όμως κάνει διακρίσεις στα πρόσωπα, και οι ιστορικοί εκθειάζουν πολλές φορές τα γεγονότα με τοπικιστικά κριτήρια. Παρασιώπησε τους επτακόσιους Θεσπιείς στη μάχη των Θερμοπυλών και ύμνησε μόνο τους τριακόσιους της Σπάρτης με το Λεωνίδα! Το ίδιο έπραξε και για το Ζάλογγο. Ύμνησε τον πρωτάκουστο χορό των 63 Σουλιωτισσών και παρήλθε τις πάνω από 300 Σουλιώτισσες όπου κατά τον ίδιο τρόπο έπεσαν από τον «Πέτακα» της μονής Σέλτσου.

Το μοναστήρι του Σέλτσου αποτελεί θρησκευτικό, κοινωνικό και ιστορικό σύμβολο της περιοχής. Θρησκευτικό γιατί άνθρωποι της πίστης και του μόχθου, μπήκαν καταθλιμμένοι και βγήκαν παρηγορημένοι, εξουθενωμένοι και βγήκαν με δύναμη, γονατισμένοι και βγήκαν όρθιοι! Κοινωνικό γιατί στα χρόνια της ανέχειας, οι κατά καιρούς ηγούμενοι και μοναχοί προσπαθούσαν να θεραπεύσουν από το υστέρημα της Μονής τις πληγές του πόνου και της φτώχειας, ενώ παρείχαν στους ασθενείς στους φτωχούς και στους οδοιπόρους καταφυγή και προστασία που πουθενά αλλού δεν μπορούσαν να βρουν. Ιστορικό γιατί εκτός από τα γεγονότα των Σουλιωτών, η Μονή Σέλτσου ήταν ο ηθικός και υλικός συμπαραστάτης των αρματολών αλλά και των αγωνιστών στις επαναστάσεις των Ραδοβυζινών του 1854, 1866 και του 1878. Μάλιστα το 1866 ο ηγούμενος του μοναστηριού Νεόφυτος ορίζεται μέλος της προσωρινής διοίκησης της επανάστασης. Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης» αναφέρει: « τω 1865 έτη ηρωικώς η Μονή αύτη διήλθεν εν τη τότε ανταρσία». Ενώ το 1878, ο ηγούμενος Νεόφυτος διετέλεσε ο ίδιος οπλαρχηγός της επανάστασης. Ο Ευάγγελος Λέκκος στο βιβλίο του «Τα μοναστήρια του Ελληνισμού» και αναφερόμενος στη Μονή Σέλτσου γράφει: «Η Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου γνωστή και με το όνομα Σέλτσου έχει σημαντική ιστορία και προσφορά στους αγώνες του Έθνους». Για όλα αυτά το Μοναστήρι του Σέλτσου είναι από την πολιτεία κηρυγμένο ιστορικό μνημείο.

Το Σέλτσο πρέπει να αποκτήσει τη θέση που του ανήκει στην σελίδα της ιστορίας, κοντά στους ένδοξους ιστορικούς τόπους της πατρίδας μας. Και από την αφάνεια να περάσει στην αναγνώριση της ιστορικής του αξίας ως τόπος της μεγάλης θυσίας.
*Εκπρόσωπος  Αδελφότητας Πηγιωτών Αρτας

*****