«Το ντέρμπι ήταν στημένο κι από πριν ξεπουλημένο»

+ΚΩΣΤΑΣ ΛΩΛΟΣ (1956 -2020) |Η αποδεδειγμένη ευφυΐα του, σε συνδυασμό με την τεράστια μόρφωσή του, του επέβαλλαν να είναι πολλά επίπεδα παραπάνω, απ’ το μέσο όρο της πόλης…

«Να την έφτασε με φούρια και με κουστουμιά καινούρια»… Μ’ αυτό το μότο, είχε αποφασίσει να συστηθεί εκ νέου στην κοινωνία της Άρτας, ο Κώστας Λώλος, που το 1983 αποφάσισε ν’ αφήσει την Αθήνα και να εγκατασταθεί στην γενέτειρά του, έχοντας πάντα δίπλα του, την αγαπημένη σύντροφό του Ελένη Τόγια.

Το μότο που επέλεξε για να επικοινωνήσει την προσπάθεια που έκανε, ήταν λίγοι αυτοί που πραγματικά το κατάλαβαν και περισσότεροι αυτοί που σκέφτηκαν να το εκμεταλλευτούν, με φόντο την αγωνία που είχε ο Κώστας για τον πολιτισμό, αλλά και την έμφυτη και πολλαπλώς ευδιάκριτη καλοσύνη του. Είχε δημιουργήσει τότε (σ.σ. αν δεν κάνουμε λάθος, περί τα μέσα του 1983) ένα πρωτοποριακό και underground βιβλιοπωλείο που το ονόμασε «ΦΕΓΑΡΟΠΕΤΡΑ», ακριβώς πάνω απ’ τον Άγιο Κωνσταντίνο, στην είσοδο του αρχαίου θεάτρου.

Εκείνη η συμπαθητική γωνία, μπορούσε να είναι η γωνιά του πολιτισμού, για την άνυδρη τότε (σ.σ. όπως και τώρα) περί τον πολιτισμό, μικρή μας πόλη. Θα μπορούσε, υπό την προϋπόθεση ότι θα ήταν μεγάλος ο αριθμός των συμπολιτών, που θα είχε την αγωνία του Κώστα και της Ελένης και θα τιμούσαν την προσπάθεια που είχε ξεκινήσει.

Συνέβη το αντίθετο… Η καλοσύνη του Κώστα, ήταν τόσο εμφανής που προέτρεπε στην εκμετάλλευση, γιατί προέκυψαν πολλοί … φίλοι, οι οποίοι μαζί με την τάχα αγωνία τους, για το βιβλίο, αποδείχτηκαν αποτελεσματικοί στην γνωστή αποδοτική που περιγράφει το «δανεικά κι αγύριστα». Ακολούθησε το παράταιρο… Ο Κώστας πλήρωνε το κόστος των βιβλίων και οι άλλοι έκαναν πως διάβαζαν…

Αναζήτησε περαιτέρω την επαγγελματική καταξίωση, αλλά όταν έχει την φιλοσοφία ζωής του Κώστα, δεν μπορείς να το παίξεις αυτό το παιχνίδι. «Το ντέρμπι είναι στημένο κι από πριν ξεπουλημένο», που τραγούδησε και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου…

Το πώς θα μαζευτούν τα λεφτά και το πως μ’ αυτά θα κάνεις το κομμάτι σου στην μικρή πόλη, δεν είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό του Κώστα Λώλου, μιας και είχε δει την ζωή αλλιώς και στο σύντομο πέρασμα που έκανε σ’ αυτή την ζωή, άφησε πίσω του μηνύματα προς αξιοποίηση, που μόνο σε τέτοια πόλη που επέλεξε να ζήσει, δεν μπορούν να έχουν αξιοποίηση…

Πέρασε άπειρες δυσκολίες, έχοντας προφανή τον στόχο του, να μεγαλώσει με αρχές και αξίες την αγαπημένη του κόρη, πράγμα το οποίο πέτυχε και είναι στα θετικά του απολογισμού του, που και ο ίδιος κάνει τώρα που ΞΑΝΑταξιδεύει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Ας δοθεί η σημασία που πρέπει στο ΞΑΝΑ, γιατί ο Κώστας Λώλος, σ’ όλη την ζωή του επέλεξε να ταξιδεύει στο άγνωστο, αδιαφορώντας για τις στεναχώριες που έφερναν αυτά τα ταξίδια. Μάλλον, τον έκαναν πιό δυνατό… Είχε αποφασίσει ν’ αναζητεί, με εμφανές το κόστος, το καλύτερο με βάση, τον χαρακτήρα του, αλλά και το μοναδικό προνόμιο, που ο ίδιος έδωσε στον εαυτό του… Την τεράστια μόρφωση, η οποία σε συνδυασμό με το σπάνιο μυαλό του, έναν δρόμο έδειχνε… Αυτόν της αναζήτησης…

Ελάχιστοι, στα δάχτυλα του ενός χεριού, μπορεί να είναι αυτοί που τον κατάλαβαν, αλλά αυτός δεν είχε παρεξηγήσει όλους τους υπόλοιπους… Η καλοσύνη του, τον οδηγούσε να επιχειρεί διαρκώς, να δίνει λίγη χαρά, σε όσους έβλεπε να υποφέρουν, για να δείχνουν εντάξει, χωρίς να τους έχει απομείνει το ελάχιστο απ’ την φαντασία και την διάθεση για ζωή.

Τον καθέναν που έβλεπε να κυκλοφορεί με κατεβασμένο το κεφάλι, έβρισκε κάτι να του πει για να τον κάνει να χαμογελάσει και να του δείξει με νόημα, πως η ζωή δεν είναι κατσούφα και δεν πρέπει εμείς οι ίδιοι να την κάνουμε τέτοια… Έβαζε και το δικό του συμφέρον από κάτω, για να προσφέρει χαμόγελο…

Είχε πάει στο τελευταίο ψιλικατζίδικο που διατηρούσε, ένας νεαρός και του ζήτησε ένα πακέτο τσιγάρα, για να το πληρώσει όταν θα είχε, που δεν θα είχε ποτέ… «Παλμαλάκι, ωραίο τσιγάρο διάλεξες», του είπε ο Κώστας, χωρίς να σκεφτεί αν ο νεαρός, θα ξαναπεράσει, να πληρώσει τα τσιγάρα…

Με πολλές στεναχώριες, καθόταν μπροστά στο ψιλικατζίδικο, αλλά ποτέ δεν είχε χάσει το χιούμορ του… Δεν εννοούσε ως χιούμορ την κάθε λογής μαλακία, που έλεγε ο καθένας και νόμιζε ότι πουλάει και πνεύμα. Άλλωστε το είπαμε… Η αποδεδειγμένη ευφυΐα του, σε συνδυασμό με την τεράστια μόρφωσή του, του επέβαλλαν να είναι πολλά επίπεδα παραπάνω, απ’ το μέσο όρο της πόλης…

Και τα στερνά της ζωής του, που συμφωνούν και με τα πρώτα… Όταν μπήκε στο σημάδι της μοίρας και βρέθηκε αντιμέτωπος με την επάρατο νόσο, δεν έκανε την ταλαιπωρία του, σημαία για να κερδίσει, έστω και την ελάχιστη βοήθεια… Πάλεψε στα ίσια με την ασθένεια, στην αρχή θαρρώντας πως θα τη νικήσει και λίγους μήνες πριν φύγει για το τελευταίο ταξίδι, είχε συνειδητοποιήσει ότι έρχεται το μοιραίο και πάλι, έμεινε όπως ήταν… Ο αυθεντικός Κώστας Λώλος… Ο γιατρός όπως τον αποκαλούσαμε, εκείνα τα ωραία και ξέγνοιαστα χρόνια… Έτσι τον είδαμε και στον Άγιο Δημήτριο, όπου τον αποχαιρετήσαμε, την περασμένη Δευτέρα…

Το σίγουρο είναι ότι θα τον θυμόμαστε οι πάντες… Ίσως για διαφορετικούς λόγους, ο καθένας… Ίσως αυτοί που ζήσαμε μαζί του και είχαμε να θυμηθούμε μοναδικές στιγμές, ν’ αποτελούμε την μία κατηγορία και αυτοί που δεν θέλησαν να μπουν ποτέ στον κόπο να τον  καταλάβουν, να τους οδηγούν στην θύμηση, οι τύψεις και ν’ αποτελούν την δεύτερη κατηγορία…

Καλό κατευόδιο γιατρέ… Κι εκεί που θα βρεθείς, πάλι θα έχεις την υπεροχή, καθώς η ευφυΐα, αυτό προεξοφλεί…

Εψωνίσαμε από σβέρκο!

Περί το 1985, διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Άρτας, ήταν ο κ. Σβέρκος, ο οποίος έκανε εμφανή την παρουσία του στην πόλη και όπως ήταν λογικό, δεν είχε και την καλύτερη άποψη και για τον υπογράφοντα, φυσικά και για τον Κώστα, που τότε διατηρούσε την «ΦΕΓΓΑΡΟΠΕΤΡΑ» και για τον χωροφύλακα της εποχής, μπορεί να ήταν «εστία μολύνσεως»… Είχε μετατεθεί απ’ την Άρτα ο κ. Σβέρκος και για να λέμε την αλήθεια, δεν ξέραμε που βρισκόταν…

Κατά τον μήνα Μάιο εκείνου το χρόνου, ο Κώστας αποφασίζει να βρει μαγαζί στην Βασιλική Λευκάδας, για να περάσει εκεί το καλοκαίρι… Έπρεπε να πάμε με την μηχανή μεγάλου κυβισμού που είχα τότε, στην Βασιλική, για ν’ αναζητήσουμε μαγαζί…

Φτάνουμε στην Βασιλική κι εκεί που είπανε ν’ αφήσουμε την μηχανή, εμφανίζεται αστυνομικός και με χτυπάει στην πλάτη, για να μου πει: «Νόμιζες ότι δεν θα με ξαναβρείς…»

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Κώστας αναφωνεί:

-Εψωνίσαμε από σβέρκο…

Κ.