Το τέλος της μικρής μας πόλης

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΠ. ΑΓΗΣ

Έχουμε το προνόμιο και την τύχη να ζούμε σε έναν τόπο ξεχωριστό.

 Σε μια πόλη που θα μπορούσε και θα έπρεπε να αποτελεί ένα στολίδι, πρότυπο σύγχρονης οικιστικής ανάπτυξης, εναρμονισμένης στο φυσικό περιβάλλον.

Σ’ αυτό συνηγορεί ο Άραχθος, ο Λόφος Περάνθης, ο Αμβρακικός Κόλπος, η πεδιάδα μας. 

Σε μια πόλη σύγχρονη, με υποδομές λειτουργικές, με υπηρεσίες που να σέβονται το δημότη και να καλύπτουν τις ανάγκες της καθημερινότητάς του. Σε μια πόλη καθαρή, φιλική στα ΑΜΕΑ, στους πεζούς.

Φευ, η σκληρή πραγματικότητα δεν είναι έτσι!

Περιδιαβαίνοντας την πόλη διαπιστώνει κανένας πόσο μακριά βρισκόμαστε ως δήμος από τα αυτονόητα. Ακόμη και η κεντρική πλατεία, η πλατεία Νομαρχίας, η «βιτρίνα» της πόλης μας, δείχνει την εικόνα μιας πόλης σε παρακμή.  Βρώμικη, παραμελημένη, με σπασμένα πλακάκια, με μπάρες και κολωνάκια στους δρόμους πέριξ αυτής, να «φυτρώνουν» ανεξέλεγκτα που δεσπόζουν σαν αποτυχημένη μεταμοντέρνα εικαστική παρέμβαση, ενώ ούτε την λειτουργία για την οποία, υποτίθεται, τοποθετήθηκαν εξυπηρετούν.

Όσον αφορά την πόλη από την πλατεία Μονοπωλιού και πάνω, ο χαρακτηρισμός της ως «μουσουλμανικός τομέας» καταγράφει με τον πιο αδυσώπητο τρόπο την  πραγματικότητα.

Η ψυχολογία του κόσμου βρίσκεται στο ναδίρ και αυτό αντανακλάται στην έρημη εικόνα της Άρτας  τις νυχτερινές ώρες.

Η πόλη που έσφυζε από ζωή χειμώνα – καλοκαίρι, τώρα, μόλις σουρουπώνει αποπνέει τη  αίσθηση της απόλυτης ερημιάς. Στους δρόμους της κυκλοφορούν ελάχιστοι διαβάτες και μια σκοτεινιά που σου πλακώνει την καρδιά.

Οι 5000 φοιτητές, που υποτίθεται θα μετέτρεπαν την Άρτα σε μια σύγχρονη πανεπιστημιούπολη, άφαντοι και αόρατοι, φαντάζουν και είναι σαν ένα πικρό ανέκδοτο, το οποίο οι ηγέτες μας επιστράτευσαν σε μια στιγμή ευδαιμονισμού και ματαιοδοξίας, ώστε να ικανοποιήσουν το δημόσιο αίσθημα!

Αντίθετα, όποιος έχει την δύναμη και το θάρρος να μείνει κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες «έξω», θα δει από την μια παρέες μεταναστών να κινούνται αθόρυβα στους δρόμους, ενώ τα πέριξ στενά βρίθουν από περιττώματα αδέσποτων ζώων.

Το θέμα ωστόσο είναι πως αντί να δούμε την μεγάλη εικόνα, αναζητώντας τις πραγματικές αιτίες που οδήγησαν και συνεχίζουν να οδηγούν την Άρτα, στην απαξίωση και την παρακμή, εμείς παραμένουμε «κολλημένοι» στα ήσσονος σημασίας, «τσιμπώντας» το δόλωμα που έντεχνα μας ρίχνουν.

Όπως αυτό του αντικαπνιστικού νόμου, που έπληξε σε αφάνταστο βαθμό τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, αλλά και την τοπική οικονομία κατ’ επέκταση, αφού ο συγκεκριμένος περιορισμός λειτουργεί αποτρεπτικά  στον καταναλωτή, με συνέπεια να πλήττονται και μια σειρά άλλων υπηρεσιών.

Όμως εστιάζοντας την προσοχή μας και γιατί όχι το «ανάθεμά μας» στον αντικαπνιστικό νόμο, λησμονούμε ηθελημένα ή αθέλητα, ότι μολονότι οι αριθμοί δείχνουν να ευημερούν, οι άνθρωποι της περιοχής μας συνεχίζουν να δυστυχούν, καθώς ούτε η πολυπόθητη ανάπτυξη ήρθε ακόμα, ούτε νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται – το αντίθετο θα έλεγα, διαρκώς βαίνουν μειούμενες – ούτε ο πρωτογενής τομέας δείχνει σημάδια ανάκαμψης, ούτε οι επισκέπτες κάνουν ουρά στο Γεφύρι για να θαυμάσουν τον πολιτισμό και τα μνημεία μας.

Άλλωστε και να έκαναν …ουρά, δεν θα είχαν ούτε που να μείνουν για διανυκτέρευση, ούτε που να φάνε!

Αλλά και οι μεγάλοι οδικοί άξονες που δημιουργήθηκαν, αντί να είναι ευλογία, μειώνοντας τα κόστη στα προϊόντα που παράγουμε, κατάντησαν κατάρα, καθώς ακόμη δεν έχουμε κατορθώσει αυτά που με πόνο και μόχθο παράγουμε, να μπορούμε μόνοι μας να επεξεργαζόμαστε και να τυποποιούμε, ώστε να αποκτούν την υπεραξία που εξ ορισμού έχουν, με συνέπεια να επιβαρύνουν  έτι περισσότερο το κόστος μεταφοράς, το οποίο στο τέλος χρεώνεται το σύνηθες υποζύγιο, δηλαδή ο παραγωγός.

Και μέσα σε όλη αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, βλέπουμε την περιφερόμενη ματαιοδοξία του πολιτικού μας προσωπικού, να έχει μπολιάσει σε υπερβολικές και ανίατες θα έλεγα δόσεις και το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού μας, που κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους, υπηρετώντας έναν ευτελή ευδαιμονισμό, θεωρούν σαν κέντρο του κόσμου τον εαυτό τους. Αδιαφορούν για τα γενικότερα προβλή­ματα της περιοχής μας  και αρνούνται την προσφορά υπηρεσιών στο κοινωνικό σύ­νολο. Βλέπουν με περιφρόνηση την κοινωνική και πολιτική δράση και βαυκαλίζονται με το ν’ αυτοαποκαλούνται «απολιτικοί».

Λησμονούν όμως ότι ο άνθρωπος, όπως είπε ο Αριστοτέλης, είναι «ζώον πολιτικόν» και συ­νεπώς, αν χάσουν την ιδιότητα του «πολιτικού», δεν τους απομένει παρά η ιδιότητα του ζώου. Η θεωρία τους συμπυκνώνεται στο δόγμα «ο κόσμος να χαθεί, αρκεί να σωθώ εγώ». Περιττό βέβαια να σας πω, ότι όταν το όλο χάνεται είναι αδύνατο να μην χαθεί και το μέρος.

Όλα αυτά κι άλλα πολλά που δεν επιτρέπει ο περιορισμένος χώρος ενός άρθρου να αναφέρουμε, λοιπόν, δημιουργούν αυτή την εικόνα της «φοβέρας» και της οικονομικής σκλαβιάς, που έχει ρίξει βαριά τα πέπλα της πάνω από την Άρτα και που με μαθηματική ακρίβεια, μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως πολύ σύντομα θα μιλάμε για «το τέλος της μικρής μας πόλης»!