Θα τρέχουμε και δεν θα φτάνουμε…

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΠ. ΑΓΗΣ

Μόλις προχθές ο Δήμαρχος Ιωαννιτών Μωυσής Ελισάφ, παρουσίασε επίσημα στοιχεία για τους πρόσφυγες και μετανάστες που βρίσκονται στις δομές φιλοξενίας της Ηπείρου, άκρως αποκαλυπτικά αλλά και συνάμα ανησυχητικά.

Από τους περίπου 3600 που φιλοξενούνται στα κέντρα υποδοχής στην Ήπειρο μόλις το 18% αντιστοιχεί σε πρόσφυγες, που εγκατέλειψαν τις εστίες τους λόγω πολέμου ενώ το υπόλοιπο 82% που είναι και η  συντριπτική πλειοψηφία, είναι μετανάστες.

Κι αυτά τα στοιχεία αφορούν μόνον τους επίσημα καταγεγραμμένους στις δομές φιλοξενίας.

Καθώς κανείς δεν γνωρίζει πόσοι ακόμα, ασφαλώς όχι πρόσφυγες, αλλά μετανάστες, κυκλοφορούν κρυφά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον κάμπο της Άρτας, όπου τα στίφη τους είναι αμέτρητα.

Κι ενώ αυτή είναι η πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που απέχει παρασάγγας από τις ασκήσεις επί χάρτου στις οποίες επιδίδεται ο υπουργός προστασίας του Πολίτη, που έχει και τον πρώτο λόγο στο θέμα, ώστε να φανεί αποτελεσματικός και να αποσπάσει κάποια εύσημα, η πολιτική που έχει επιλεγεί για την αντιμετώπιση του προβλήματος είναι αν όχι εθνικά επιζήμια, αδιέξοδη.

Γιατί, από όποια πλευρά κι αν το εξετάσεις, η διασπορά μεταναστών από τα νησιά στην ενδοχώρα, δεν επιλύει τον πρόβλημα, αλλά αντίθετα το διασπείρει σ’ ολόκληρη την χώρα.

Κι όχι μόνον το διασπείρει, αλλά και το επιδεινώνει, ειδικότερα για τις περιοχές που έχουν επιλεγεί ή θα επιλεγούν για την δημιουργία κλειστών προαναχωρησιακών κέντρων, όπως φημολογείται και για την περιοχή μας και το στρατόπεδο ΒΕΡΣΗ, καθώς είναι ορατή η απειλή της κοινωνικής συνοχής.

Έτσι δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως το πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε οι κινητοποιήσεις υπέρ των μεταναστών.

Το πρόβλημα είναι η κοινωνία που πίστευε ότι θα έχουμε λιγότερες «μαντίλες» στους δρόμους και τώρα διαπιστώνει ότι δημιουργείται ένα hot spot στο διπλανό στρατόπεδο. Μακροπρόθεσμα οι εγκλωβισμένοι σε αυτά θα αφομοιωθούν και ίσως να προσφέρουν και στην οικονομία και στην κοινωνία.

Μέχρι τότε όμως όσοι ζουν δίπλα στα κλειστά προαναχωρησιακά (sic) κέντρα  είναι υποχρεωμένοι να περάσουν τουλάχιστον μία δεκαετία με την ανησυχία, τον φόβο, την αμφισβήτηση των αξιών τους, την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.

Άλλωστε και κακά τα ψέματα, όσο και να υποστηρίζουν κάποιοι ότι στόχος των μεταναστών είναι να περάσουν στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, αυτό είναι πρακτικά αδύνατον. Κι είναι αδύνατον καθώς οι φίλοι και εταίροι μας στην Ευρώπη, έχουν κλείσει τα σύνορά τους, έχουν αυστηροποιήσει την σχετική νομοθεσία τους και αρκούνται στο να μας ξεγελούν με κάποια «κόκκαλα» δίκην επιδοτήσεων, τάχα μου για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού, αφήνοντάς μας ουσιαστικά μόνους μας «να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα» και για λογαριασμό τους.

Κι αν το καλοσκεφτούμε, οι εγκλωβισμένοι εδώ , μετά από κάποιο διάστημα θα αποκτήσουν αρκετά δικαιώματα και με βάση αυτά θα διεκδικήσουν σχολεία και λατρευτικούς χώρους.

Πόσο μπορεί όμως μια χώρα που ακόμη και για πολύ καιρό ακόμη, θα παλεύει να αποκαταστήσει τις πληγές της από την οικονομική κρίση που την ταλάνισε και την ταλανίζει, να ανταποκριθεί σηκώνοντας και αυτό το βάρος. Όταν ακόμη οι πολίτες της σήμερα ζουν με τον εφιάλτη της ανεργίας που όλο πέφτει κι όλο μένει σκαρφαλωμένη γύρω από το 20%;

Αυτά βλέπουν οι τοπικές κοινωνίες, αυτά ζυγίζουν και γι’ αυτό αντιδρούν.

Όχι γιατί οι πολίτες έγιναν στην πλειονότητά τους ξενοφοβικοί και απάνθρωποι.

Όπως επίσης βλέπουν ότι οι αμέτρητοι αυτοί μετανάστες επιλέγουν να ζουν σε γκετοποιημένες κοινότητες, όπως καλή ώρα οι Πακιστανοί της περιοχής στην Γέφυρα, αλλά και στον κάμπο της Άρτας, οι οποίοι με την συμπεριφορά τους και την κουλτούρα τους, θα βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη με τις τοπικές κοινωνίες, γιατί στόχος τους δεν είναι να αφομοιωθούν από αυτές και να ενσωματωθούν σε αυτές.

Γιατί αν αυτός ήταν ο στόχος τους, θα επέλεγαν σαν προορισμό τους τις πλούσιες μουσουλμανικές χώρες που όλα θα ήταν πιο εύκολα για τους ίδιους, όχι μόνον λόγω θρησκείας, αλλά και για λόγους κουλτούρας και άλλων δεσμών.

Συνεπώς, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, δεν μιλάμε πλέον για κανόνες ανθρωπισμού, ούτε πολύ περισσότερο για ξενοφοβία.

Γι’ αυτό και ξενίζει ο εφησυχασμός της τοπικής μας ηγεσίας, την στιγμή μάλιστα που όλα συνηγορούν ότι η Άρτα θα αποτελέσει έναν ακόμη προορισμό μεταναστών, η οποία δείχνει αδύναμη να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος, που όταν ξεσπάσει όμως θα έχει τα χαρακτηριστικά που έχει ένα καταστροφικό τσουνάμι.

Μόνον που τότε «θα τρέχουμε και δεν φτάνουμε».

Κι εν τοιαύτη περιπτώσει, κάποιος πρέπει να μιλήσει στους ηγέτες μας για την αξία της πρόληψης σε σχέση με την θεραπεία…