Πόσα απίδια πιάνει ο σάκος…

«Κυριακή, κοντή γιορτή» λέει ο λαός μας και την Κυριακή 26 Μαΐου θα δούμε με τα μάτια μας «πόσα απίδια πιάνει ο σάκος» του καθενός υποψηφίου, που διεκδίκησε την ψήφο μας σε τοπικό επίπεδο, που μας αφορά και πιο άμεσα.

Παρά ταύτα, θα διακινδυνεύσω μια περιγραφή της πραγματικότητας που βιώσαμε όλο το προηγούμενο διάστημα, το οποίο μόνον κατ’ ευφημισμόν χαρακτηρίσθηκε προεκλογικό.

Κι αν δεν υπήρχαν οι οξύτατες αντιπαραθέσεις του πρωθυπουργού με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πολύ αμφιβάλλω αν θα είχαμε αισθανθεί ότι γινόταν εκλογές.

Μια αλήθεια, τουλάχιστον των δημοτικών εκλογών σε τοπικό επίπεδο, είναι πως από το εκλογικό σώμα περίσσεψε η αδιαφορία, για να μην πω η περιφρόνηση.

Κι αν δεν υπήρχε η πληθώρα των υποψηφίων που πλαισίωναν τους αυτοδιοικητικούς συνδυασμούς, για να μας θυμίζει το γεγονός, θα ήταν σαν ένα event που έγινε και κανείς δεν το πήρε χαμπάρι, αφού διεξήχθη μεταξύ συγγενών και φίλων.

Ως εκ τούτου, φυσικό και αναμενόμενο φαντάζει το ότι κανείς από τους υποψηφίους δημάρχους δεν κατάφερε να δημιουργήσει εκείνο το πλειοψηφικό ρεύμα, που θα γεννούσε πάθος, ενθουσιασμό και ελπίδα για το αύριο.

Έτσι, παρά την επίκληση του νόμου της απλής αναλογικής, η από την αρχή μάχη των συνδυασμών για τον δεύτερο γύρο των εκλογών, ακριβώς αυτή την αδυναμία αναδεικνύει και αποδεικνύει.

Κι όσο κι αν θέλουν οι υποψήφιοι και τα επιτελεία τους «να κάνουν τα πικρά, γλυκά», η (αυθαίρετη από μέρους μου) εκτίμηση πως όλοι οι συνδυασμοί θα κινηθούν ανάμεσα στο 5% το κατώτερο και στο 30% το ανώτερο, δεν απέχει πολύ από την σκληρή πραγματικότητα.

Όμως, αν έτσι έχουν τα πράγματα,  πως μπορεί κάποιος να μιλήσει για νίκη την επαύριο των εκλογών, όταν μόλις τρεις στους δέκα τον αποδέχονται και μάλιστα κάποιες φορές μόνο και μόνον εξαιτίας των υποψηφίων που έχει στον συνδυασμό του.

Βέβαια, αν επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε τις αιτίες που συμβαίνει αυτό, την εξήγηση την έχει δώσει ο σατιρικός μας ποιητής Γιώργος Σουρής, πριν από ένα και κάτι αιώνα, όταν περιγράφοντας τα πολιτικά  πράγματα της εποχής του, έγραφε τους παρακάτω στίχους:

«Σκατά εδώ, σκατά εκεί, σκατά κι ο κόσμος όλος
κι απ’ τα πολλά πια τα σκατά μου πιάστηκε κι ο κώλος.
Έρχεται ο ένας ο σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
σαν φύγει όμως βλέπουμε πως αποσκατωθήκαμε».

Αν, ωστόσο, αυτό δεν είναι εντελώς απαξιωτικό για το πολιτικό προσωπικό, που διεκδικεί σ’ αυτές τις εκλογές την ψήφο του Αρτινού δημότη, είναι τουλάχιστον θλιβερό.

Γιατί βλέπουμε να παγιώνεται στην αρτινή κοινωνία μια αντίληψη καθόλου κολακευτική για τους πολιτικούς μας, αλλά και εξ ίσου δυσάρεστη για τους πολίτες την οποία απέδωσε κατά τον ευφυέστερο τρόπο ο συγγραφέας μας Εμμανουήλ Ροΐδης με την περιγραφή του:

«Ως οι Ινδοί εις φυλάς, ούτω και οι Έλληνες διαιρούνται εις τρεις κατηγορίας:
– εις συμπολιτευομένους, ήτοι έχοντας κοχλιάριον να βυθίζωσι εις την χύτραν του προϋπολογισμού.
– εις αντιπολιτευομένους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον και ζητούντας παντί τρόπω να λάβωσιν τοιούτον.
– εις εργαζομένους, ήτοι ούτε έχοντας κοχλιάριον ούτε ζητούντας, αλλ’ επιφορτισμένους να γεμίζωσι την χύτραν δια του ιδρώτος αυτών».

Ας ελπίσουμε, λοιπόν, όλη αυτή η κατάσταση ότι δεν θα εξελιχθεί σε τραγωδία!

Και λέω να μην εξελιχθεί σε …τραγωδία, γιατί έτσι βλέπουμε να παγιώνεται μια  αντίληψη στον δημότη, που προσέρχεται στις κάλπες χωρίς αισιοδοξία, χωρίς πίστη, χωρίς ενθουσιασμό, χωρίς εκτίμηση, χωρίς συμμετοχή και το σημαντικότερο, χωρίς ελπίδα.

Γιατί έτσι ποτίζεται και μεγαλώνει διαρκώς όχι μόνον το δέντρο της αποχής, αλλά και της αποστασιοποίησης των πολιτών από τα πολιτικά πράγματα και τις συνειδητοποιημένες και κατασταλαγμένες επιλογές κι έτσι αναπόφευκτα δημιουργείται ένα νέο και άκρως επικίνδυνο περιβάλλον, που περιέγραψε απόλυτα ο Αβραάμ Λίνκολν με την περίφημη ατάκα του: «Η ψήφος είναι πιο δυνατή από τη σφαίρα. Με τη σφαίρα μπορεί να σκοτώσεις τον εχθρό σου. Με την ψήφο μπορεί να σκοτώσεις το μέλλον των παιδιών σου»!

Αλλά και η πιο ήπια εκδοχή της από τον αρχαίο μας Πλάτωνα που σημείωνε πως: «Μια από τις τιμωρίες που δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου»!

Κοντολογίς, αν θέλουμε κάτι να αλλάξει και να αλλάξει προς το καλύτερο σ’ αυτή εδώ την πόλη, πρέπει να το πάρουμε απόφαση και να αλλάξουμε πρώτα εμείς, γιατί όπως είπε κι έγραψε σε στίχους και ο ξεχωριστός Νιόνιος:

«Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει
τη δική σου μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις
με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις»!

Χ.Α.Α.