Μένουμε ή φεύγουμε από τη χώρα;

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΕΓΑ

Η προεκλογική συζήτηση στην Ευρώπη είναι μεταξύ «μένουμε» ή «φεύγουμε» (Brexit), υπέρ της ανεκτικότητας και της ενσωμάτωσης (ορισμένων) μεταναστών ή τα κλειστά σύνορα (Ουγγαρία, Αυστρία, Ιταλία), μεταξύ νεοφασιστών και light νεοδεξιάς (Γαλλία) ή για τα πλεονάσματα του μέλλοντος και τον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ (Γερμανία).

Πουθενά δεν γίνεται με τους παραδοσιακούς μεταπολεμικούς ευρωπαϊκούς όρους μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, για την αναδιανομή και το κοινωνικό κράτος, για την ανάπτυξη με κοινωνική συνοχή ή την ακραία διεύρυνση των ανισοτήτων. Αυτό, αναμφίβολα, είναι μια ήττα της (κοινωνικής) Ευρώπης όπως την ξέραμε. Και εν τέλει, είναι εις βάρος της περιφέρειας και, κατά συνέπεια, εναντίον των συμφερόντων της χώρας η οποία, κανονικά, (θα έπρεπε) ζητεί την μεταφορών πόρων από το κέντρο, τον περιορισμό των πλεονασμάτων των βόρειων χωρών υπέρ του Νότου και την περιφερειακής ανάπτυξης, για την εμβάθυνση και τη συνοχή, για κοινή οικονομική πολιτική και περισσότερη Ευρώπη.

 Και στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ με τον πόλεμο μεταξύ «προόδου» και «φασιστικής συμμαχίας» ξεκίνησε και αλλού τα κότερα την έβγαλαν… Ακόμη και η προοδευτική συμμαχία, όπως ονομάστηκε η «διεύρυνση» που άρον-άρον και τσαπατσούλικα ανακοίνωση ο κ. Τσίπρας με αντάλλαγμα υπουργικούς θώκους, στόχο είχε το «μαύρο» μέτωπο. Και γι’ αυτό η «απεύθυνση» έφτανε το πολύ μέχρι το Κέντρο. Δηλαδή αντικειμενικός στόχος ήταν και παραμείνει η απήχηση του Κινήματος Αλλαγής με σκοπό την διαμόρφωση ενός νέου τύπου fake  δικομματισμού.

Όμως η απόπειρα συγκρότησης εκλογικού μετώπου (μόνο) με τα φαντάσματα του παρελθόντος, όταν ο ίδιος (ΣΥΡΙΑ) φιλοξενεί την ψεκασμένη ακροδεξιά στην κυβέρνηση (ΑΝΕΛ κ.α.), δεν απέδωσε. Ειδικά επί ενός φτωχοποιημένου εκλογικού σώματος όπου, την τελευταία 10ετία, έχουν ασελγήσει πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ τη υποδείξει των δανειστών και εταίρων… Ειδικά δε από ένα κόμμα (ΣΥΡΙΖΑ) το οποίο τη  τελευταία 4ετία έκοψε το ΕΚΑΣ, αύξησε τις εισφορές υγείας στο 6% στις κύριες και επικουρικές συντάξεις,  έκοψε τις συντάξεις που είχαν άθροισμα (κύριας και επικουρικές) 1.300 ευρώ, αύξησε τον ΦΠΑ στο 24% από 23%, μετέταξε τα τρόφιμα και τα εστιατόρια από τον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ (13%) στον υψηλό (24%), αύξησε τους φόρους στο πετρέλαιο και την ενέργεια, αύξησε το τέλος αλληλεγγύης, αύξησε τις ασφαλιστικές εισφορές και μείωσε τις συντάξεις (νόμος Κατρούγκαλου), παρέδωσε την δημόσια περιουσία για 99 χρόνια στους δανειστές, επέβαλε θηριώδη πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι και το 2022 και 2,2% ακολούθως κ.ο.κ.

Ως εκ τούτου ο ΣΥΡΙΑ δεν έπειθε με το «αντιφασιστικό μέτωπο», αφού η ίδια η φτωχοποίηση, που οδηγεί απ ευθείας στην ακροδεξιά, προήλθε -κατά το μεγαλύτερο μέρος της- από τον ίδιο… Οπότε ήρθε το κότερο και τα άλλαξε όλα.

 Ο πρωθυπουργός επέσπευσε τις παροχές-διορθώσεις πριν τις ευρωεκλογές πηγαίνοντας κατ ευθείαν στον τελικό (που κανονικά θα ήταν με τις εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου) από τον ημιτελικό (Ευρωεκλογές). Με παροχές και «διορθώσεις» (σ.σ.: σχεδόν όλες δεν ήταν απλά αναγκαίες αλλά, κακώς αυτά τα μέτρα είχαν εφαρμοστεί πριν τέσσερα χρόνια από την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου), ο ΣΥΡΙΖΑ πάει να το γυρίσει στο πεδίο της καθημερινότητας. Μόνο και μόνο αυτή η επιλογή μοιάζει με αυτοκριτική για τα (πρόσθετα) δεινά που επέφερε στην μεσαία και κατώτερη οικονομική τάξη και το έστριψε… κοινωνικά.

Αναμφίβολα για τα λαϊκά στρώματα ορισμένες διορθώσεις, έστω και εάν αυτές δεν αναμένεται να έχουν διάρκεια ή είναι ελλιπείς στο σχεδιασμό τους, έστω και εάν πρόκειται για προεκλογικά «καλούδια», είναι καλοδεχούμενες.

Όπως επίσης είναι αλήθεια ότι οι προεκλογικές παροχές δεν ανατρέπουν διαμορφωμένες τάσεις του εκλογικού σώματος. Αλλά μπορεί να συμβάλλουν στην ενίσχυση του δικομματισμού. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να προβληματίσει τις πολιτικές δυνάμεις. Ειδικά το Κίνημα Αλλαγής το οποίο έχει χρέος να επιμείνει (και) να προσφέρει μια εναλλακτική πρόταση υπέρ της ανάπτυξης και της δημιουργίας νέων σταθερών και καλά αμειβομένων θέσεων εργασίας. Και έχει υποχρέωση έναντι της χώρας και των ανθρώπων του μόχθου να παραμείνει ισχυρό, ανοίγοντας προοπτικές ευημερίας, κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής.

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ το «γυρίζει» στην παροχολογία γιατί δεν πιάνει το «αντιφασιστικό μέτωπο», καλόν είναι η σοσιαλδημοκρατία να εντοπίσει το κοινωνικό, το εθνικό συμφέρον απέναντι στις αντιφάσεις και τις ακρότητες της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ (κόβω 10 και δίνω 1) και να υποδείξει δημόσια  μέτρα ανάπτυξης και δημιουργίας νέου πλούτου, ώστε πολιτικά και ιδεολογικά να κυριαρχήσει.

Τώρα που η συζήτηση γυρίζει καθαρά οικονομικά-κοινωνικά, είναι το ΚΙΝΑΛ που μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο. Διαφορετικά, ας γίνει ως εξής η συζήτηση: Μένουμε ή φεύγουμε από τη χώρα;