Αποχαιρετισμός στην Ελένη Σίτα

Δεν ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου, όμως έβγαλε με άριστα το σχολείο της ζωής.

Και γι’ αυτό ήταν όχι απλά ετοιμόλογη, αλλά με τον λόγο της «έσπαγε κόκκαλα». Κι όταν κάποιος νόμιζε ότι έκανε πνεύμα, τον έβαζε άμεσα στην θέση του.

Ακούραστη, αεικίνητη, γελαστή, πνευματώδης, δυνατή, μαχήτρια!

Ήταν η Ελένη Σίτα.

Το άλλο μισό του Βασίλη.

Που συμπλήρωναν, αρμονικά ο ένας τον άλλον, για να δημιουργήσουν ένα ζευγάρι «ωραίων ανθρώπων»!

Η αψάδα, στην ηρεμία!

Η φωνή, στην σιωπή!

Η δράση, στην ακινησία!

Που στόχος και σκοπός της ζωής της, ήταν να δημιουργήσουν μια οικογένεια με αρχές και αξίες αδιαπραγμάτευτες, να μορφώσουν τα παιδιά τους, να τα δουν αποκαταστημένα, να αποκτήσουν εγγόνια και να απολαύσουν τα κόπια της ζωής τους.

Και λίγο πριν ολοκληρωθεί με επιτυχία αυτό το όνειρο, αφού και η Δήμητρα και η Βαγγελίτσα απέκτησαν οικογένειες και παιδιά κι ο Βαγγέλης ετοιμαζόταν κι ο ίδιος για τον δική του διαδρομή, «κακό μάτι» τη ζήλεψε και ο ανίκητος επισκέπτης της χτύπησε την πόρτα.

Κι όμως! Και πάλι δεν πτοήθηκε.

Κι αποφάσισε να δώσει τον αγώνα της.

Όρθια κι αποφασισμένη, όπως έκανε σ’ ολόκληρη την ζωή της.

Χωρίς να αφήσει κανέναν και τίποτα να την βγάλει από το πρόγραμμά της.

Πρώτη αυτή πρωΐ – πρωΐ να ετοιμάσει το μαγαζί, να «φτιάξει» τους μεζέδες, να ετοιμάσει το φαγητό για το σπίτι, να κάνει την πρώτη βάρδια στο καφενείο και να την πάει λίγο πιο πίσω «για να ξεκουραστεί κι ο Βασίλης, που άργησε το βράδυ»! Και να φτιάξει και κάτι έξτρα, όταν το ζητούσαν «μερακλήδες» πελάτες.

Κι όταν σερβίριζε, πάντα έβαζε τον μεζέ για τον αδερφό της Θωμά σε …πιατέλα.

Για να την πειράζουμε οι υπόλοιποι λέγοντάς της : «Λενιώ, αυτό δεν είναι μεζές, είναι μερίδα».

Κι αυτή με χαμόγελο να απαντάει: «αρέσει πολύ στον Θωμά, γι’ αυτό του έβαλα παραπάνω»!!!

Την τελευταία φορά που την συνάντησα, μου είπε με παράπονο, σαν κάτι να καταλάβαινε:

-Τάκη, άρχισα να κουράζομαι πολύ.

-Σώπα, ρε Λενιώ, της είπα. Αφού ξέρεις ότι τα φάρμακα είναι βαριά. Μόλις περάσει η επήρειά τους θα είσαι εντάξει.

-Λες, μου είπε και φώτισε το πρόσωπό της!

Για να συμπληρώσει:                     

-Μωρέ δεν με νοιάζει, αλλά τι να κάνω με τον Βασίλη, που ανησυχεί!

Κι έφυγε αγέρωχη.

Αυτή ήταν η Ελένη Σίτα.

Μια αγωνίστρια, μια μαχήτρια της ζωής. Που ακόμη και στο πρόβλημά της, όταν αρρώστησε ο πατέρας της και ήταν στο Νοσοκομείο, πήγαινε να κάνει τη βάρδια της «για να ξεκουραστεί λίγο και η μανούλα της»!

Η Ελένη Σίτα!

Που όπως έλεγε κι η ίδια, αλλά λέει και το τραγούδι: «μια εργαζόμενη μητέρα μια καλή νοικοκυρά. Δεν είμαι τίποτα το σπέσιαλ, το καταπληκτικό, είμαι αυτό που λέμε δείγμα τυπικό».

Γειά σου ρε Λενιώ, από κει ψηλά που μας κοιτάς τώρα.

Και να ‘σαι σίγουρη, πως άφησες το αποτύπωμά σου σε τούτη τη ζωή, αγγίζοντας με την ψυχή σου όλους όσοι σε γνώρισαν, τόσο με τη στάση ζωής σου, όσο και με την οικογένεια που δημιούργησες.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκέπασε…

Χρήστος Α. Άγης