ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΗΜΕΡΑ

Του Γιαννάκη Λ. Ομήρου

Τέως Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων

Μετά την κατάρρευση της διαπραγματευτικής διαδικασίας στο Κραν Μοντάνα παρατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα επικίνδυνη στασιμότητα και ακινησία στο Κυπριακό.

Το πήγαινε – έλα της κυρίας Λούτ, με στόχο τη διαμόρφωση των λεγομένων «όρων αναφοράς», δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να επιτυγχάνει, ενώ η τουρκική ρητορική καθιστά δυσοίωνες τις προοπτικές επανάληψης συνομιλιών, που να έχουν προοπτική επιτυχίας.

Στην Ελληνική Κυπριακή πλευρά παρατηρείται ένα ομιχλώδες τοπίο, που δημιουργεί σύγχυση στους πολίτες και ερωτηματικά για την περαιτέρω πορεία.

Η ασαφής εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας για «χαλαρή ή αποκεντρωμένη ομοσπονδία», η περιρρέουσα ατμόσφαιρα για λύση δύο κρατών ή συνομοσπονδία και οι ατέρμονες συζητήσεις για την ύπαρξη ή μη πρακτικού για το πλαίσιο Γκουτέρες της 4ης Ιουλίου, έχουν διαμορφώσει μια χωρίς προηγούμενο αβεβαιότητα ως προς την περαιτέρω πορεία.

Είναι επιτακτική η ανάγκη να διαμορφώσουμε μια σταθερή πυξίδα πλεύσης και να αποσαφηνίσουμε τους στρατηγικούς μας στόχους.

Πρώτη βασική παράμετρος του στρατηγικού μας στόχου, μια λύση , που να διασφαλίζει την  συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη φυσική και εθνική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού.

Ελέχθη κατ’ επανάληψιν από όλους ότι το ομόφωνο κοινό ανακοινωθέν του Εθνικού Συμβουλίου του Σεπτεμβρίου του 2009, μπορεί και  πρέπει να αποτελέσει τη βάση για ευρύτατες συναινέσεις και πολιτική και λαϊκή ενότητα.

Στη βάση των αρχών λύσης, όπως διατυπώθηκαν στο ανακοινωθέν του Εθνικού Συμβουλίου του Σεπτεμβρίου, θα πρέπει πρώτη προτεραιότητα να είναι η  απόλυτη διασαφήνιση της στόχευσης για τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε καμιά περίπτωση αποδοχή θέσεων, ανοικτά ή συγκεκαλυμμένα, για διάλυση της ή για παρθενογένεση. Θέσεις και ορολογίες για συνεταιρισμό ή νέο συνεταιρισμό ή ιδρυτικά κράτη ή υπάρχοντα κράτη που θα ενωθούν, πρέπει να απορριφθούν και να εξοβελιστούν από τη διαπραγματευτική διαδικασία.

Σε ότι αφορά τις όποιες νέες διαπραγματεύσεις, πρέπει να απαιτήσουμε την άμεση και χωρίς άλλη καθυστέρηση, συζήτηση και των άλλων ζωτικών πτυχών, δηλαδή της ασφάλειας, με έμφαση στην αποχώρηση των στρατευμάτων, κατάργησης εγγυήσεων και μονομερούς επεμβατικού δικαιώματος, καθώς και του εδαφικού, οι οποίες για λόγους ακατανόητους δεν απασχολούν τουλάχιστον εξαντλητικά τις συνομιλίες. Είναι παντελώς αδιανόητο η ημερήσια διάταξη των διαπραγματεύσεων να καθορίζεται από τη μια πλευρά, δηλαδή την τουρκική.

Δεν θα πρέπει η διαδικασία των διαπραγματεύσεων να διολισθήσει σε υιοθέτηση λογικών χρονοδιαγράμματος και επιδιαιτησίας. Η πορεία προς τη λύση να αποφασίζεται στην Κύπρο, ενώ να αποκλείονται ρητά, επιδιαιτησία και χρονοδιαγράμματα και ότι όλα ανεξαιρέτως τα θέματα θα τυγχάνουν διαπραγμάτευσης μέχρι τέλους από τους ηγέτες των δύο Κοινοτήτων και ο Γ.Γ. του ΟΗΕ θα παρέχει  απλώς τις καλές του υπηρεσίες.

Είναι σημαντικό να δηλωθεί ότι η Ε/Κ πλευρά επιθυμεί να συνεχιστεί η προσπάθεια από τις δύο Κοινότητες με την παροχή καλών υπηρεσιών από τον Γενικό Γραμματέα στους ηγέτες των δύο Κοινοτήτων, σύμφωνα με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Περαιτέρω,

•Οι  δύο Κοινότητες, χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις να ολοκληρώσουν τη συζήτηση τους, ως προς τις επιθυμητές ρυθμίσεις μιας λύσης, επί όλων ανεξαιρέτως των κεφαλαίων της διαπραγμάτευσης.

•Αυτό δεν απαγορεύει στα Ηνωμένα Έθνη να διευθετούν συναντήσεις ή να ενεργούν σε μια διαδικασία «πήγαινε έλα» μεταξύ των ενδιαφερομένων, περιλαμβανομένων των Μερών στη Συνθήκη Εγγυήσεως ή με άλλη κατάλληλη μέθοδο, για να διαπιστωθεί κατά πόσο τα μέρη ευρίσκονται σε απόσταση συμφωνίας.

•Η απόφαση για το κατά πόσο ευρισκόμαστε σε απόσταση συμφωνίας, θα πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί από τις δύο πλευρές στις διαπραγματεύσεις και κανένα άλλο. Αν η απόφαση αφεθεί σε τρίτο -προφανές τα Η.Ε.-  να κρίνει αν έχουν φτάσει τα Μέρη σε απόσταση συμφωνίας, τότε, είναι σαν  να αποδεχόμαστε ρόλο επιδιαιτητή και συναινούμε σε χρονοδιαγράμματα.

•Εφόσον τα Μέρη φτάσουν σε ακτίνα συμφωνίας, τότε θα είναι η ώρα για τη Διεθνή Διάσκεψη. Σε τέτοια περίπτωση, οι όροι σύγκλησης της Διεθνούς Διάσκεψης δεν θα πρέπει να υπονομεύουν το κύρος και τη διεθνή αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτε να προσδίδουν κύρος ή να υποβοηθούν ή να διευκολύνουν την αποσχιστική οντότητα των κατεχομένων. Η παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας θα πρέπει να είναι προϋπόθεση «εκ των ων ουκ άνευ». Τα ψηφίσματα 186 του 1964, 541 και 550 του 1983 και 1984, είναι επί του προκειμένου σαφέστατα και ρητά. Η σύνθεση δε της Διεθνούς Διάσκεψης και η μεθοδολογία της θα πρέπει να συμφωνηθούν εκ των προτέρων. Θέμα μιας τέτοιας Διάσκεψης θα πρέπει να αποτελέσει μόνο η διεθνής πτυχή του Κυπριακού.

Καταληκτικά, υπογραμμίζεται η ανάγκη εμμονής στη «δημοκρατική αρχή» και ιδίως εκείνης της λαϊκής κυριαρχίας σε ότι αφορά τη συνταγματική δομή, η οποία ουδόλως αντιμάχεται τη δομή ενός ομοσπονδιακού πολιτεύματος.

Τονίζεται ότι η παράκαμψη του κανόνα της πλειοψηφίας, οδηγεί αναπόδραστα στην αδυναμία λειτουργίας της δημοκρατικής αρχής. Αντίθετα, με την «αρχή του ισότιμου συνεταιρισμού», υπονοείται η ισότιμη προέλευση της εξουσίας από τις δύο κοινότητες και συνακόλουθα η ισότιμη κατανομή εξουσίας μεταξύ των εκπροσώπων της, κατά παραβίαση των πληθυσμιακών δεδομένων. Η «δυαδική  αρχή», που ενδεχομένως θα διαχέεται στην Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική Εξουσία, οδηγεί σε παράκαμψη και της μόνιμης πρόνοιας των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας περί πολιτικής ισότητας, που ωστόσο δεν συνεπάγεται και την ποσοτική εκδοχή. Αλλά ούτε και την ποιοτική της εκδοχή, με την πρόβλεψη ασφαλιστικών δικλείδων υπέρ της Τ/Κ Κοινότητας  που αν υιοθετηθεί, θα οδηγήσει σε πλήρη παράλυση την πολιτεία. Σε μια τέτοια περίπτωση η πλειοψηφία, θα καταστεί, με την εξαναγκασμένη συναίνεση της, έρμαιο μειοψηφίας.

Τέλος, επισημαίνεται η ανάγκη τήρησης της ορθόδοξης «συνταγματικής αρχής». Η εφαρμογή της δικοινοτικότητας και της διζωνικότητας, όπως αποτυπωνόταν στα σχέδια Ντε Κουεγιάρ και Ανάν, θα ισοδυναμούσε με την «επιβολή μιας κάθετης και διαμπερούς διαιρετικής τομής» στη Δημοκρατία. Τόσο από κοινωνική και γεωγραφική, όσο επίσης και από πολιτειακή άποψη. Και ότι η εφαρμογή του προτεινόμενου ιδιόρρυθμου ομοσπονδιακού συστήματος στην Κύπρο, θα ήταν απολύτως ξένη προς το ιστορικό νόημα της ομοσπονδιακής αρχής.

Είναι προφανές ότι οι επόμενες εβδομάδες θα είναι καθοριστικές, εν αναμονή και της συνομολόγησης των «όρων αναφοράς» από την απεσταλμένη του Γ.Γ,. του ΟΗΕ κ. Λούτ. Απαιτούνται ορθοί και προσεκτικοί χειρισμοί που θα αποτρέπουν διολίσθηση τόσο επί της διαδικασίας όσο και επί τις ουσίας.

Να μην παραγνωρίζεται ότι η περίφημη αρχή «τίποτα δεν θεωρείται ως συμφωνηθέν εκτός εάν συμφωνηθούν όλα» είναι εύηχη, πλην όμως δεν είναι μεγάλη η σχέση της, με την πολιτική και διπλωματική πρακτική.