Η κρίση της Ευρώπης στην Ευρώπη της κρίσης

Γράφει ο Νίκος Μπούνας*

Στη διάρκεια της ιστορίας της, από την ίδρυσή της το 1957 μέχρι σήμερα, η ΕΕ έχει περάσει από πολλές μικρότερες ή μεγαλύτερες κρίσεις, από τις οποίες όμως πάντοτε έβγαινε πιο ισχυρή, αφού η συνεργασία και οι ειλικρινείς προσπάθειες συναίνεσης συνοδεύονταν και από την ενίσχυσή της σε θεσμικό επίπεδο .

Η σημερινή κρίση που βιώνει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, έχει μια εντελώς διαφορετική μορφή καθώς απειλεί την ίδια την ύπαρξη και τη συνέχεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εμπεριέχει μια σειρά επιμέρους κρίσεων, οι οποίες αποκαλύπτουν πόσο δύσκολες είναι πλέον οι συναινέσεις σε κομβικά ζητήματα, και μάλιστα σε μια εποχή πολιτικής αβεβαιότητας και ρευστότητας που η ανάγκη συναινέσεων είναι επιτακτική. Πρόκειται λοιπόν για θεμελιώδη κρίση του ίδιου του συστήματος, αφού φαίνεται ότι το ευρωπαϊκό σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις και να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Κυρίαρχο ρόλο στην πρόκληση της πρωτοφανούς συστημικής κρίσης της ΕΕ έπαιξαν οι νέες συνθήκες που μεταξύ άλλων διαμορφώθηκαν σε διάφορα πεδία, κυρίως ως αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης στροφής της ΕΕ τα τελευταία χρόνια: Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε το 2008 και αντιμετωπίστηκε καθυστερημένα και μερικώς, δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα και εξακολουθεί να απειλεί την οικονομική ισχύ της ΕΕ και την ευημερία των λαών της συνολικά. Το προσφυγικό ζήτημα, το οποίο σε πολλές χώρες απελευθέρωσε εθνικιστικά αντανακλαστικά,  υπήρξε μια μεγάλη δοκιμασία, μέσα από την οποία διαφάνηκε ότι η αλληλεγγύη, που αποτελεί συστατικό και συνεκτικό στοιχείο της Ένωσης δεν λειτουργεί όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη. Η επικίνδυνη άνοδος της ακροδεξιάς και του εθνικισμού αποτελεί φαινόμενο που λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις σε όλο και περισσότερες χώρες και το οποίο η ΕΕ αδυνατεί μάλλον να αντιμετωπίσει δραστικά. Το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλούσιων και φτωχών σε μια Ευρώπη που υποσχόταν το αντίθετο, δημιουργεί ένα εκρηκτικό κλίμα μέσα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Τέλος, διαπιστώνεται μεγάλη αβεβαιότητα μεταξύ των πολιτών για το μέλλον τους μέσα σε αυτήν την τρικυμιώδη Ευρώπη.

Οι αιτίες της αδυναμίας της ΕΕ να αντιμετωπίσει την εσωτερική της κρίση πρέπει να αναζητηθούν μεταξύ άλλων και στις ακόλουθες παραμέτρους:

1.  Σε  αρκετά κράτη-μέλη κυριαρχούν λαϊκίστικες δυνάμεις που επιμένουν στην προβολή των στενών εθνικών τους συμφερόντων εις βάρος των ευρύτερων ευρωπαϊκών. Αυτό τους αποφέρει πρόσκαιρα εσωτερικά πολιτικά οφέλη, οδηγεί όμως αναπόφευκτα σε ζημία για τα ίδια τα κράτη-μέλη, καθώς σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και συνεπώς αμέτρητων διεθνών αλληλεξαρτήσεων, έχει κάθε κράτος μόνο ως μέρος ενός ισχυρού συνόλου περιθώριο θετικής δράσης και πρωτοβουλίας για τις τύχες του. Σε κάθε άλλη περίπτωση παραμένει δραματικά ανίσχυρο και υποχείριο κάθε τυχαίας ισχυρότερης οικονομικά ή στρατιωτικά δύναμης στην πρώτη σύγκρουση συμφερόντων. Ακριβώς αυτή η κοντόφθαλμη πολιτική κάποιων κρατών-μελών και τα πισωγυρίσματά τους όσον αφορά την εκχώρηση μέρους της εθνικής τους κυριαρχίας στην ΕΕ, μειώνει την ίδια τη δύναμή της ως ενεργού παράγοντα τόσο εσωτερικά όσο και στη διεθνή πολιτική σκηνή.

2. Οι πολίτες νιώθουν μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων και ότι δεν έχουν λόγο στη διαμόρφωση και την εξέλιξη της ΕΕ. Μπορεί η Ένωση να ιδρύθηκε και να θεμελιώθηκε από τις ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ, το γεγονός όμως ότι αυτές διατήρησαν και στη συνέχεια την πρωτοβουλία των κινήσεων, αφήνοντας απ’ έξω τους πολίτες, την κάνει επιρρεπή στις κρίσεις, αφού δεν υφίσταται μια ισχυρή, ενεργή ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών.

3. Άμεσα με το παραπάνω σημείο συνδέεται το λεγόμενο έλλειμμα δημοκρατίας μέσα στους κόλπους της ΕΕ. Τα θεσμικά όργανα  της ΕΕ –εκτός από το Ευρωκοινοβούλιο- κρατούν στα χέρια τους και καθορίζουν την πορεία της Ευρώπης, χωρίς όμως να διαθέτουν την απαιτούμενη δημοκρατική νομιμοποίηση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από την άλλη, αν και μόνο αυτό αποτελείται από μέλη που εκλέγονται απευθείας από τους πολίτες, διαθέτει ακόμα περιορισμένες δυνατότητες ουσιαστικής παρέμβασης για την προστασία και την μετεξέλιξη του ίδιου του συστήματος, παρά τις αυξημένες αρμοδιότητες που απέκτησε από τη σήμερα ισχύουσα Συνθήκη της Λισσαβόνας.

4. Μια τελευταία άξια αναφοράς παράμετρος είναι η έλλειψη ξεκάθαρου στόχου για το τι θέλουμε να δημιουργήσουμε μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν υπάρχει συμφωνία ούτε οριστική απόφαση μεταξύ των κρατών-μελών για το αν επιδιώκουμε την περαιτέρω ενοποίηση και εμβάθυνση ή απλά μια χαλαρή ένωση κρατών. Αυτή η αβεβαιότητα για το μέλλον της Ευρώπης επιτείνει, όπως είναι φυσικό, τις όποιες κρίσεις εμφανίζονται.

*Ο Νίκος Μπούνας είναι πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, ειδικός επί ευρωπαϊκών θεμάτων.