Που πα’ ρε Καραμήτρο;

Πληθαίνουν οι αντιδράσεις για την τακτική του υποψηφίου Δημάρχου Γιώργου Αθανασούλα, να δώσει στα δημοσιότητα ονόματα συμπολιτών μας, οι οποίοι δήθεν συμπορεύονται μαζί του στην αυτοδιοικητική του προσπάθεια, αποτελώντας τον πυρήνα τον συνδυασμού του, τόσο με τηλεφωνήματα όσο και με μηνύματα!

Για μας θα ήταν πολύ εύκολο και ανώδυνο να προσπεράσουμε αυτές τις αντιδράσεις με το νόημα της λαϊκής έκφρασης «τα παράπονα στον (υποψήφιο) δήμαρχο»!

Ωστόσο ένα απόσπασμα της ανακοίνωσης με την οποία έκανε γνωστή την «ομάδα κρούσης» του ο εν λόγω υποψήφιος, στην οποία αναφέρει επί λέξει «Έχουμε δημιουργήσει μία ομάδα ανθρώπων με κοινό όραμα, αξίες και χαρακτηριστικά. Συνθέσαμε διαφορετικές αντιλήψεις, ιδεολογίες και πολιτικές προτιμήσεις σε ένα ξεκάθαρο και αμοιβαία αποδεκτό πλαίσιο συνεργασίας με γνώμονα το καλό του μεγάλου Δήμου Αρταιων», μας προκαλεί να μην το κάνουμε.

Κι αυτό γιατί αποκαλύπτεται σε όλο το μεγαλείο της, η παραπλάνηση, ως κινητήριος μοχλός της προσπάθειάς του.

Η παραπλάνηση τόσο των πολιτών, από τους οποίους ζητά την ψήφο τους, όσο κι εκείνων που πιθανόν έβλεπαν με συμπάθεια την προσπάθειά του.

Κι αν , όπως συνηθίζουμε να λέμε «στον έρωτα και τον πόλεμο όλα επιτρέπονται», η πολιτική – ευτυχώς ακόμα – διέπεται από κάποιους κανόνες, που οφείλουν οι «εραστές» της να διαφυλάττουν ως κόρη οφθαλμού!

Αν, δε, συνυπολογίσουμε ότι η κατάρτιση ενός συνδυασμού είναι κατ’ αρχήν μια «πρόβα τζενεράλε» για την αποδοχή που έχει η όποια προσπάθεια στο εκλογικό σώμα, τότε, ύστερα κι από τις τόσες αντιδράσεις, μπορούμε με άνεση να αναφωνήσουμε «που πα’ ρε Καραμήτρο;»!

Και συνεχίζοντας να αναρωτηθούμε, που είναι «η ομάδα με το κοινό όραμα» για την οποία επαίρεσαι, αλλά και «οι αξίες και τα χαρακτηριστικά» για τις οποίες βαυκαλίζεσαι;

Αντιλαμβανόμαστε πλήρως πως «η πενία (υποστηρικτών) τέχνας κατεργάζεται», όμως αναπόφευκτα ο νους μου ταξιδεύει στον «Πολιτευτή» του αγαπημένου Νιόνιου, από τον οποίο θα δανειστώ μερικούς από τους στίχους :

«Αυτά τα λόγια με σφίξανε σαν πένσα,
τα είπε χθες το βράδυ μια ψυχή
κι ένας φαλάκρας, απ’ έξω και από μέσα χαμογελούσε,
ναι, γιατί να σκοτιστεί.
Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευτεί
θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή.
Τζάμπα χαραμίζει θα πάω να της πω
το νεανικό της και αγνό ενθουσιασμό.
Εκείνο που υψώνεται και σε εκμηδενίζει
είναι της καρδούλας μου το φως που ξεχειλίζει
και ότι σε γλιτώνει και σου δίνει την αιτία
είναι που χρειάζεται και η γραφειοκρατία.
Ο πρώτος προβοκάτορας απ’ όλους στη ζωή μου
είναι η αφεντιά σου που αντιγράφει τη φωνή μου.
άλλαξες το σώμα μου με έπιπλα και σκεύη
σαν τον σοσιαλισμό που σε βολεύει.
Χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις
εκεί που με χειροκροτάς χωρίς να το πιστεύεις
παίρνεις την αλήθεια μου και μου την κάνεις λιώμα
απ’ το πόδι με τραβάς βαθιά μέσα στο χώμα».

Χ.