Η ΝΕΟΦΑΝΗΣ ΠΕΡΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΝΑΤΟ ΠΡΟΤΑΣΗ

                                       του Γιαννάκη Λ. Ομήρου

                       Τέως Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων

Αναμφίβολα το κεφάλαιο της ασφάλειας και των εγγυήσεων είναι από τα πιο κρίσιμα στη λύση του Κυπριακού. Είναι κοινή η θέση όλων στην Ελληνοκυπριακή πλευρά,  ότι τυχόν συνέχιση καθεστώτος εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων τρίτων, θα ισοδυναμεί με υποβάθμιση της Κύπρου σε κράτος ήσσονος κυριαρχίας και κράτος υπό κηδεμονίαν.

Η εμμονή της Τουρκίας αποδεικνύει τις πραγματικές διαθέσεις και προθέσεις της και καταδεικνύει ότι αδιαπραγμάτευτα θα  πρέπει στην όποια λύση του Κυπριακού να αποτραπεί η ύπαρξη εγγυήσεων.

Άλλωστε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο θεσμός των Συνθηκών Εγγυήσεως μέσω των οποίων ένα ή περισσότερα κράτη εγγυώνται το εδαφικό ή νομικό καθεστώς ενός τρίτου κράτους έχει εφαρμοσθεί μία μόνο φορά, στην περίπτωση της Κύπρου με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960. Και τούτο απεδείχθη καταστροφικό.

Η εξέλιξη του Διεθνούς Δικαίου και της ισότητας μεταξύ κρατών έθεσε στο περιθώριο της ιστορίας τέτοιες ρυθμίσεις υπονομευτικές της κυριαρχίας τους. Το νομικό σχήμα όπου συγκεκριμένα κράτη αναλάμβαναν το ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων έχει περιέλθει σε απόλυτη αχρησία από τη δεκαετία του 1960 και σε ουσιαστική αχρησία  από το 1945. Το ρόλο της παροχής εγγυήσεων έχει αναλάβει κάποιες φορές ο ΟΗΕ.

Τυχόν αποδοχή εγγυητριών δυνάμεων και εγγυητικών και επεμβατικών δικαιωμάτων σε μια λύση  του Κυπριακού θα συνιστούσε εξ υπαρχής νάρκη στα θεμέλια του Κράτους και συνταγή καταστροφής του.

Ο αναχρονιστικός θεσμός των εγγυήσεων πρέπει οριστικά να τεθεί στο περιθώριο της ιστορίας. Εγγύηση είναι η συμμετοχή της Κύπρου στον ΟΗΕ, όπως συμβαίνει με όλα τα κράτη του κόσμου και οι αρχές του Διεθνούς Δικαίου και οι συναφείς διεθνείς συμβάσεις.

Εξ άλλου η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση της Κύπρου είναι μια ισχυρή εγγύηση για μια Κύπρο ασφαλή και ειρηνική.

Και ενώ αυτές οι απόψεις και θέσεις στο θέμα της ασφάλειας του Κυπριακού κράτους, στα πλαίσια μιας προσδοκώμενης  λύσης του Κυπριακού, φαινόταν να είναι κοινές και ομόφωνες, προέκυψε ως «κεραυνός εν αιθρία» στο δημόσιο διάλογο, θέμα εγγυήσεων του ΝΑΤΟ. Μια άποψη, ιδέα ή πρόταση που αναιρεί τη θέση ότι θα πρέπει να αποκλειστεί με οποιοδήποτε τρόπο η κηδεμόνευση της Κύπρου από οποιοδήποτε κράτος ή ομάδα κρατών.

Η πρώτη  απορία είναι κατά πόσον το ΝΑΤΟ αναλαμβάνει αυτού του είδους αποστολές. Να εγγυάται δηλαδή των ανεξαρτησία, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα τρίτων χωρών. Εκτός αν οι θιασώτες αυτής της άποψης εννοούν και την ένταξη της Κύπρου στη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Κάτι που δεν ετέθη ως εισήγηση, πρόταση ή θέση. Αλλά και αν υποτεθεί ότι η Κύπρος καταστεί μέλος του ΝΑΤΟ, ποια είναι η εμπειρία στην παροχή ασφάλειας στα κράτη μέλη. Μήπως το ΝΑΤΟ  παρέσχε ασφάλεια στην Ελλάδα στην κρίση των Ιμίων; Μήπως το ΝΑΤΟ αντιδρά στις συνεχείς απειλές της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδα με την αμφισβήτηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στο Αιγαίο;

Στην περίπτωση της Κύπρου  η ιστορία είναι εξόχως διδακτική και αποτρεπτική καν οποιασδήποτε σκέψης, για υπαγωγή της σε εγγυήσεις του ΝΑΤΟ. Ιδού αμάχητον τεκμήριον της Ιστορίας.

Στην προ του πραξικοπήματος περίοδο, είχαμε τον εκκλησιαστικό εκβιασμό με συντονιστή τον περιβόητο Παναγιωτάκο, τα τελεσίγραφα Παπαδοπούλου για να μετατραπεί η Κυπριακή Κυβέρνηση σε υποεπιτροπή της Χούντας – παραμάγαζο το ονόμαζε ο θεωρητικός της δικτατορίας Κωνσταντόπουλος- και  να αποδεχθούμε τις τουρκικές προτάσεις για διαχωρισμό.

Την ίδια περίοδο το ΝΑΤΟ αφήνει εντελώς τα προσχήματα και συντονίζει την αντιμακαριακή – αντικυπριακή εκστρατεία.  Έτσι ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Tζόσεφ Λουνς σε συνέντευξη του προς το BBC έλεγε τον Ιούλιο του 1972 για το Μακάριο, μεταξύ άλλων:

« Και ο Αρχιεπίσκοπος, βέβαια που ερωτοτροπούσε με τη Μόσχα, δεν είναι θάλεγα πολύ ισχυρό στοιχείο σταθερότητας. Ίσως να ακολουθεί επικίνδυνη πολιτική, αλλά υπάρχουν ισχυρές δυνάμεις στο νησί, όπως π.χ. οι τρεις Μητροπολίτες, που τον κάλεσαν δύο φορές να παραιτηθεί και να ενασχοληθεί με τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα, προετοιμαζόμενος για ένα πολύ καλύτερο μέλλον.»

Η ενεργός στήριξη και συμμετοχή του ΝΑΤΟ στο επακολουθήσαν δίδυμο έγκλημα του 1974 είναι απολύτως τεκμηριωμένη από απόρρητα έγγραφα και αδιάσειστες μαρτυρίες που είδαν το φως της δημοσιότητας.

Είναι δυνατόν κάποιοι, υπό το φως αυτών των συντριπτικών τεκμηρίων της ιστορίας, να διανοούνται σήμερα «εγγυήσεις» του ΝΑΤΟ με το αφελές επιχείρημα ότι βρισκόμαστε σήμερα στην μετά τον ψυχρό πόλεμο εποχή;

Αναγκαία η υπενθύμιση της σοφής ρήσης: «Όσοι δεν διδάσκονται από την ιστορία είναι καταδικασμένοι να την ξαναζήσουν».