Ες γην εναλίαν Κύπρον

Του

Βασίλη Τάτση*

 

«Νήσός τις έστι…» Με το στίχο αυτό από τους «Πέρσες» του Αισχύλου, ο Γιώργος Σεφέρης με το δικό του ποίημα «Η Σαλαμίνα της Κύπρος» (1954)  στέλνει το μήνυμα  της τίσεως προς τη Βρετανική αυτοκρατορία, αλλά και προς κάθε κατεύθυνση. Η νήσος αυτή του νομπελίστα ποιητή μας είναι  η θαλασσοφίλητη Κύπρος για την οποία, ακόμη και στη σημερινή  κυνική πολιτική πραγματικότητα, υπάρχουν ευτυχώς πολιτικοί που μιλούν με τη γλώσσα του Αισχύλου και του Σεφέρη. Η πρώτη φορά που το έζησα αυτό ήταν, πριν πολλά χρόνια, όταν ο κ. Πάτροκλος Σταύρου, ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Μακαρίου, μου έκανε την τιμή να αλληλογραφώ μαζί του για κάποιο  διάστημα. Η τελευταία φορά ήταν με τη καθηλωτική  ομιλία του τέως ΠτΒ Γιαννάκη Ομήρου, στην εκδήλωση που οργάνωσε η «Γνώμη», την Παρασκευή 12 Μαίου στο Επιμελητήριο. Μια ομιλία με πνευματικότητα, ποιητικότητα, ιστορικότητα και βαθύ πατριωτισμό.
Ο κ. Ομήρου με παροιμιώδη απλότητα και σεβασμό απότισε φόρο τιμής στο χυμένο αίμα, και στα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά. Ταυτόχρονα, μας υπενθύμισε πως το χρέος μας απέναντι στους Κυπρίους μένει ακόμη ανοιχτό. Μένει ανοιχτό, κυρίως, γιατί  έχει αποδειχτεί ιστορικά ότι  ακόμη και για τα μεγάλα εθνικά μας ζητήματα  η Ελλάδα  δεν επεξεργάζεται μια εθνική στρατηγική που να έχει ρεαλισμό, συνέπεια και συνέχεια, με αποτέλεσμα  οι αναπόφευκτοι συμβιβασμοί να έρχονται νομοτελειακά  μετά από τις αναβολές, τις υπεκφυγές και τις παλινωδίες. Η μοναδική εξαίρεση που απλώς επιβεβαιώνει τον κανόνα, κατά τη δική μου πάντα υποκειμενική γνώμη, είναι η περίπτωση του Γιάννου Κρανιδιώτη κατά τη δεκαετία του ’90 και η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ.
Οι περισσότερες πτυχές του Κυπριακού προβλήματος, ιδιαίτερα αυτές που έχουν σχέση με την τουρκική αδιαλλαξία, είναι γνωστές. Όμως, με το πέρασμα των χρόνων η επίλυση του Κυπριακού συναντά κι άλλες δυσκολίες που δεν είναι το ίδιο ορατές.  Ο Παντελής Βουτουρής, πρόεδρος του τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή» (20 Ιουλίου 2014), υποστηρίζει πως «η ταυτότητα της Κύπρου σήμερα είναι μπερδεμένη. Ως δάσκαλος απελπίζομαι όταν οι φοιτητές μου με ρωτάνε «τι είμαστε;»(!) «Ανιστόρητα ιδεολογήματα ευδοκιμούν σήμερα σε όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους και παρατάξεις, αριστερά και δεξιά. Αυτή η κρίση ταυτότητας δεν είναι άσχετη με τη σημερινή αβουλία και παθητικότητά μας». Και καταλήγει: «Είμαστε, νομίζω, σε μια κατάσταση πολιτικής και πολιτιστικής σύγχυσης, ιδιαιτέρως επικίνδυνη».
Το Κυπριακό, λοιπόν, έχει να αντιμετωπίσει κι έναν άλλο κίνδυνο που έχει να κάνει μ’ αυτό που σήμερα ονομάζεται «κρίση ιστορικότητας». Ιστορικότητα δεν είναι μόνο η γνώση της ιστορίας, είναι κυρίως η δυναμική της ιστορίας. Αυτή η δυναμική της ιστορίας αμβλύνθηκε στην Κύπρο και στην Ελλάδα λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά και της προηγηθείσης ευμάρειας. Η ευμάρεια επέδρασε σαν ναρκωτικό, γιατί από τη μια λειτούργησε σαν μπάλωμα της αιμάσσουσας πληγής, δηλαδή  κατευναστικά αλλά όχι θεραπευτικά, και από την άλλη  οδήγησε σε έναν καταναλωτικό εθισμό, ευτέλισε τις αξίες μας και εξαγόρασε τα ιδανικά μας. Όταν όμως μια κοινωνία φτάνει στο σημείο να εξαρτιέται τόσο πολύ από τον πλούτο, εύκολα δελεάζεται και ακόμη πιο εύκολα χειραγωγείται. Σήμερα, για παράδειγμα, με τα εκκολαπτόμενα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού, υπάρχει μια απροκάλυπτη σύνδεση της οικονομίας της Κύπρου και του πολιτικού της προβλήματος , λες κι είναι η κατάλληλη ευκαιρία να εξαγοραστεί η Κύπρος επειδή έχασε την ευμάρειά της.
Η αλλοτρίωση, λοιπόν,  είναι το δικό μας συρματόπλεγμα που μας εμποδίζει να συνειδητοποιήσουμε την ιστορική μας άγνοια, την άμβλυνση του πατριωτισμού μας και την απόσειση της προσωπικής μας ευθύνης. Γι’ αυτό η υπόμνηση  του Γ. Π. Σαββίδη στο  δοκίμιό του «Με μια πινέζα στην καρδιά» ίσως μας χρησιμεύσει  σε κάτι: «Η εθνική μας συνείδηση δεν θα καθαριστεί ποτέ αν περιοριστούμε στα του ελλαδικού οίκου μας, αν αρκεστούμε σε ελεημοσύνες και διαδηλώσεις για την Κύπρο, ρίχνοντας όλο το όνειδος στην δολιότητα των Αμερικάνων, στην αρπακτικότητα των Τούρκων ή και στην τύφλωση κάποιων στρατοκρατόρων μας. Καθένας μας ας ρωτηθεί μόνος μπροστά στον καθρέφτη: «Τι έκανα ως τώρα για να γνωρίσω και να σεβαστώ την Κύπρο; Και τι είμαι διατεθειμένος αλήθεια να κάνω για τους Κύπριους από εδώ και μπρος;»

*Φιλόλογος

 

tatsis-vasilis-omilia-00-a