Το Φαινόμενο της Αυτοκτονικότητας

Tου

ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΧΡΟΝΗ*

 

Η αυτοκτονία αποτελεί παγκοσμίως ένα φαινόμενο σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Αυτοκτονία αποκαλείται κάθε περίπτωση θανάτου που προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από μια πράξη του ίδιου του θύματος, που γνωρίζει ότι θα έχει το αποτέλεσμα αυτό. Θεωρείται μια πράξη απελπισίας ενός ατόμου, το οποίο τη δεδομένη στιγμή τη βλέπει ως μοναδική λύση και διέξοδο στον αβάστακτο ψυχικό πόνο που βιώνει. Από μελέτες έχει βρεθεί ότι ένα μικρό μόνο ποσοστό των ατόμων, τα οποία καταφεύγουν στην αυτοκαταστροφική συμπεριφορά θέλει πραγματικά να θέσει τέρμα στη ζωή του. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούν τέτοιες συμπεριφορές σε μια προσπάθεια να επικοινωνήσουν με το περιβάλλον τους.
Είθισται στον όρο της αυτοκτονικότητας να συμπεριλαμβάνεται ο διαχωρισμός: α) Αυτοκτονικός ιδεασμός (σοβαρός- ήπιος, παροδικός-μόνιμος) και β) Αυτοκτονική συμπεριφορά. Αυτοκτονικός Ιδεασμός: Περιλαμβάνει σκέψεις του ατόμου για συμπεριφορές που σχετίζονται µε την αυτοκτονία, σκέψεις αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς μέχρι και δημιουργία σχεδίου αυτοκτονίας. Αυτοκτονική συμπεριφορά είναι η κατάσταση εκείνη, κατά την οποία το άτομο στοχεύει να αφαιρέσει τη ζωή του. Συμπεριλαμβάνει τις απόπειρες αυτοκτονίας και τις ολοκληρωμένες αυτοκτονίες. Στις απόπειρες αυτοκτονίας περιλαμβάνονται τόσο τα άτομα που κάνουν την απόπειρα πιστεύοντας ότι θα πεθάνουν και ως γεγονός το επιθυμούν, αλλά και τα άτομα που επιχειρούν την απόπειρα αυτοκτονίας πιστεύοντας ότι δεν θα πεθάνουν.
Συναντάμε, επίσης, συχνά τον αυτοτραυματισµό των ατόμων να περιγράφεται ως «αυτοκτονική συμπεριφορά», αλλά το πρότυπο και ο σκοπός του είναι διαφορετικός. Υπάρχει υψηλή συσχέτιση μεταξύ αυτοτραυματισμού και αυτοκτονικού ιδεασμού, στην πρώτη όμως περίπτωση ο σκοπός της πράξης είναι η ανακούφιση από τα δυσάρεστα συναισθήματα και όχι η πρόθεση πρόκλησης θανάτου, όπως είναι στη δεύτερη. Ο αυτοτραυµατισµός δεν αποτελεί υποχρεωτικά αυτοκτονική συμπεριφορά, μπορεί, ωστόσο, να είναι πρόδρομος ολοκληρώσεων αυτοκτονίας.
Περίπου στο 90% των αυτοκτονιών υπάρχει κάποιο ψυχοπαθολογικό υπόστρωμα. Η αυτοκτονία αποτελεί την πιο σοβαρή και επικίνδυνη επιπλοκή των καταθλιπτικών διαταραχών. Μπορούμε, επομένως, να πούμε ότι συνήθως το αυτοκτονικό άτομο πάσχει από κάποια καταθλιπτική διαταραχή. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, η διαταραχή δεν έχει διαγνωστεί για να αντιμετωπιστεί επιτυχώς πριν από το επεισόδιο αυτοκτονίας. Στην κατάθλιψη περιλαμβάνεται γενικότερα ευερέθιστη διάθεση, με ταυτόχρονη απώλεια της ικανότητας του ατόμου να βιώσει ευχαρίστηση σε όλες τις δραστηριότητες του, ενώ μπορεί να περιλαμβάνει δυσκολίες στον ύπνο, αυξημένο ή μειωμένο επίπεδο ενεργητικότητας, αλλαγές στην όρεξη, διαταραχή προσοχής και συγκέντρωσης, σημαντικά μειωμένα αισθήματα αυτοεκτίμησης (ή υψηλά αισθήματα αυτομομφής), αίσθημα αβοήθητου κ.ά. Το καταθλιπτικό άτομο έχει υιοθετήσει συγκεκριμένα δυσλειτουργικά μοτίβα σκέψης, τα οποία χρησιμοποιεί, με αποτέλεσμα να βιώνει αρνητικά συναισθήματα και να υιοθετεί συγκεκριμένες συμπεριφορές (π.χ. απόσυρση και αποφυγή καταστάσεων), εισερχόμενος, έτσι, σε έναν φαύλο κύκλο κατάθλιψης (Αρνητική Σκέψη- Αρνητικό Συναίσθημα- Αρνητικές Συμπεριφορές). Αξιοσημείωτο είναι ότι τα τελευταία πέντε χρόνια στην Ελλάδα έχει τετραπλασιαστεί ο αριθμός των καταγεγραμμένων καταθλιπτικών επεισοδίων, που συνήθως αποτελεί τον πυρήνα της αυτοκτονικότητας.
Στα παιδιά, οι περιπτώσεις αυτοκτονίας είναι σαφώς λιγότερες. Παιδιά, τα οποία δεν είναι ικανοποιημένα από τις καταστάσεις που βιώνουν, μπορούν να νιώθουν βαθιά απογοήτευση, όπου στην ακραία καταθλιπτική της έκβαση μπορεί να οδηγήσει σε σκέψεις αυτοκαταστροφής. Τέτοιες απογοητεύσεις μπορεί να είναι η αποτυχία στο σχολείο, η απελπισία και ο φόβος βαριάς τιμωρίας από τυραννικούς ή αλκοολικούς γονείς, η έλλειψη στοργής από την οικογένεια (οπότε το παιδί αυτοτραυματίζεται για να προσελκύσει την προσοχή), οι συζυγικοί διαπληκτισμοί των γονέων, οι αφόρητοι περιορισμοί κ.ά. Τα παιδιά µε τάσεις προς αυτοκτονία προσπαθούν να αποφύγουν µια αφόρητη κατάσταση και αντιδρούν προς τη ματαίωση (πραγματική ή φανταστική) των συναισθηματικών τους αναγκών µε εκδικητικές φαντασιώσεις αυτοκτονίας, δηλαδή σκέφτονται ότι θα τιμωρηθούν οι γονείς τους όταν θα χάσουν το παιδί τους. Στους έφηβους, η κλινική εικόνα της κατάθλιψης μοιάζει έως ένα βαθμό με αυτή των ενηλίκων, περιλαμβάνοντας εκτός των προηγούμενων: έλλειψη ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, σημαντική μείωση του σχολικού και μαθησιακού ενδιαφέροντος, χαμηλή σχολική επίδοση ή και σχολική αποτυχία. Μπορεί να υπάρξουν στοιχεία αντικοινωνικής συμπεριφοράς, χρήση ουσιών και υιοθέτηση βίαιων και παραβατικών πράξεων. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι υπάρχει άμεση συσχέτιση του σχολικού εκφοβισμού (bullying) και των συμπεριφορών αυτοκτονίας. Σε αυτή την ηλικία, εκτός από τους γονείς, κρίνεται καθοριστικός και ο ρόλος του εκπαιδευτικού στον εντοπισμό ενός καταθλιπτικού έφηβου και ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει βασικά πράγματα που αφορούν στον εντοπισμό, την παραπομπή και τον ρόλο του ίδιου απέναντι σε τέτοιες περιπτώσεις μαθητών.
Η αντιμετώπιση της αυτοκτονικότητας θεωρείται εφικτή. Η έγκαιρη αναγνώρισή της είναι το πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και οι διάφορες μορφές Ψυχοθεραπείας μπορούν να συμβάλλουν στην αντιμετώπισή της. Πέρα από τη Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία (ΓΣΨ) που έχει συμβάλλει στην καλύτερη ίσως κατανόηση του φαινομένου, δεν μπορεί να παραβλεφθεί και η παραδοσιακή στον χρόνο Ψυχαναλυτική (ή/και Ψυχοδυναμική) Θεραπεία, που ερευνητικά φαίνεται να έχει για το άτομο τα περισσότερα μακροπρόθεσμα οφέλη, ιδίως στη θεραπεία της μακροχρόνιας κατάθλιψης. Το σημαντικό είναι ότι ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον (οικογένεια, σχολείο, κοινωνικό δίκτυο) και μία θετική ψυχοθεραπευτική σχέση με έναν εκπαιδευμένο ειδικό ψυχικής υγείας, σε συνδυασμό με μία έγκαιρη διάγνωση, αποτελούν τους καλύτερους προγνωστικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση της αυτοκτονικότητας.

 

**Ψυχολόγος Α.Π.Θ., MSc. ΓΣ – Ψυχοθεραπεία