Παρουσίαση: Νίκος Ι. Πάνος, Λησμονημένοι ήρωες, Φιλιππιάδα 2016, σσ. 208.

|

Αποδίδει τον φόρο τιμής, μια πράξη που έπρεπε να είχε γίνει απ’ την πολιτεία!

 

 

 

 

 

Ως μια σημαντική προσπάθεια, η οποία καταγράφει την τοπική ιστορία, μέσα από τις παραδοχές των πρωταγωνιστών, αποδίδει τον φόρο τιμής, σους λησμονημένους ήρωες, χαρακτηρίστηκε η έκδοση του βιβλίου του Νίκου Πάνου «Λησμονημένοι ήρωες», που παρουσιάστηκε, το περασμένο Σάββατο στην Φιλιππιάδα, απ’ τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Δημήτρη Ράπτη, τον πρώην γενικός διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας Χάρη Παπακώστα και τον δημοσιογράφο Κώστα Γκέτση.

Παρακάτω δημοσιεύουμε τις εισηγήσεις των τριών ομιλητών, λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν:

 

raptis-dimitris-66-z

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΠΤΗΣ: Απέναντι στην ηθική πτώση και την ανυπαρξία αξιακού συστήματος στη σύγχρονη κοινωνία

 

Κυρίες και Κύριοι, αγαπητοί φίλοι, συνάδελφοι,

Η παρουσία μας απόψε εδώ αλλά και γενικότερα η οργάνωση τέτοιων εκδηλώσεων με κεντρικό θέμα την κυκλοφορία ενός βιβλίου πιστοποιεί μια ενθαρρυντική διάθεση για τα πνευματικά πράγματα σε δύσκολους καιρούς. Εσείς, άλλωστε εδώ έχετε και τους Φίλους του Βιβλίου οι οποίοι φέρνουν συχνά πιο κοντά την κοινωνία της Φιλιππιάδας σε σχετικά θέματα. Γι’ αυτό θαρρώ ότι είναι πολύ σημαντικό και ταυτόχρονα επαινετό ενάντια σ’ αυτή την απερίγραπτη τεχνολογική έκρηξη και πολιτισμική απογύμνωση απέναντι σε μια ηθική πτώση και στην ανυπαρξία αξιακού συστήματος στη σύγχρονη κοινωνία με την παρουσία σας απόψε εδώ να θέλετε να τιμήσετε και να επιβραβεύσετε έναν δημιουργό της τοπικής κοινωνίας. Να επαινέσετε το μόχθο και την αγωνία του συγγραφέα που δεν είναι και λίγος, για να γεννηθεί ένα βιβλίο. Και μάλιστα όταν αυτό ξεπερνά τα συμβατά όρια και γίνεται ένα πνευματικό μνημόσυνο για απλούς, καθημερινούς ανθρώπους –εννοώ τους ήρωες του βιβλίου του-, είναι πολύ πιο δύσκολο.

Ο τόπος, η πατρίδα είτε με τη στενότερη είτε με την ευρύτερη έννοια είναι για μερικούς, ευτυχώς, ακόμη μέσα σ’ αυτή τη γενική απαξίωση, ιερή υπόθεση. Δεν ξέρω στην περιρρέουσα και πολιτισμικά άχρωμη αυτή ατμόσφαιρα που ζούμε πόσο κατανοητή μπορεί να είναι άραγε μια πολύχρονη πολεμική δράση, με περιπέτειες, με κινδύνους. Για ποια πατρίδα και για ποιον τόπο και για ποιους ανθρώπους να παλέψει κανείς; Αλλά για να μην καλλιεργηθεί με το λόγο μου ένα κλίμα απαισιοδοξίας για τα πράγματα, απόψε έχουμε να κάνουμε με απλούς, χωρικούς ανθρώπους της γενιάς εκείνης που πίστευαν πως Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιότερον εστίν η πατρίς και γι’ αυτό στο πρώτο κάλεσμά της βρέθηκαν μπροστά στα χαρακώματα.  

Αξιοποιεί τη μνήμη των ανθρώπων, απλών και καθημερινών ανθρώπων, καταγράφει τη μνήμη τους και άλλοτε αυτούσια και άλλοτε μεταπλάθοντάς την μας τη δίνει σε ένα ιστορικό αφήγημα. Με την παρότρυνση και τη διαμεσολάβησή του η μνήμη και το αρχείο των απλών ανθρώπων του Αμμοτόπου Άρτας, του Κώστα, του Αχιλλέα και του Αποστόλη, απλών ανθρώπων που ξεκίνησαν το 1940 να υπηρετήσουν την πατρίδα και η τύχη τούς επεφύλασσε πολλά γίνονται αιτία δημιουργίας ενός τέτοιου ιστορικού αφηγήματος. Μια διαδρομή πολλών χρόνων στο στρατό και με πολλά συναπαντήματα και με αφετηρία τον Αμμότοπο ξετυλίγεται το κουβάρι των περιπετειών τους και μετουσιώνεται σε κείμενο, γίνεται με τη διαμεσολάβηση του συγγραφέα ιστορική αφήγηση και δεν επιτρέπει να συμβεί αυτό που υποδηλώνει ο τίτλος του βιβλίου. Να ξεχαστούν δηλαδή με την αναχώρησή τους από τα εγκόσμια. Τουλάχιστον, όμως, δεν χάνεται έτσι ο πατριωτισμός των ανθρώπων αυτών. Γιατί στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου η αφήγηση καλύπτεται από τις πολεμικές περιπέτειες, τις πραγματικές αφηγήσεις των ανθρώπων αυτών, που στον ανυποψίαστο αναγνώστη μοιάζουν με παραμύθι.

Ταυτόχρονα ο συγγραφέας δεν είναι αγνώμων απέναντι σ’ αυτή την προσφορά τους. Γιατί αν σύμφωνα με τα παραπάνω έχει σημασία η συλλογική μνήμη, όπως αυτή συγκροτείται και δεδομένου ότι εδώ δεν πρόκειται για μια απλή καταγραφή μνήμης αλλά για μια προσφορά προς την πατρίδα σε ώρες κινδύνου, τότε η καταγραφή και η παρουσίαση αυτή και η αναφορά μας στους ανθρώπους αυτούς γίνεται και ένα πνευματικό μνημόσυνο. Δεν θέλω με αυτό να πω ότι o συγγραφέας αναπληρώνει την πολιτεία που τους ξέχασε. Θέλω να πω ότι ξεπληρώνει, το ελάχιστο ίσως, ένα ανθρώπινο χρέος, για να μην φύγουν λησμονημένοι.

Η ανάπτυξη του κλάδου της προφορικής ιστορίας μετά τη δεκαετία του ’60 -ουσιαστικά πρόκειται για έναν επιστημονικό πεδίο- έφερε νέα δεδομένα, καθώς στρέφοντας την προσοχή του περισσότερο προς την πολιτική, κοινωνική και οικονομική πλευρά, στην καταγραφή και ανάλυση της καθημερινότητας δημιουργούσε έναν νέο προβληματισμό και ανεδείκνυε νέους δρόμους έρευνας. Έτσι, άρχισαν και οι αφηγήσεις ζωής, οι βιογραφίες των απλών ανθρώπων, οι εθνοβιογραφίες, ή βιογραφίες ομάδων να συγκροτούν ένα καινούργιο και αξιόλογο υλικό το οποίο σιγά-σιγά έγινε και αντικείμενο μελέτης των κοινωνικών επιστημών. Μάλιστα, με τον καιρό συγκροτήθηκαν ολόκληρα αρχεία με ηχογραφημένες αφηγήσεις και συνεντεύξεις προφορικής ιστορίας, ένα υλικό το οποίο με τη δική του μέθοδο και τους κανόνες αποτελεί σπουδαία παρακαταθήκη αυτών των ανθρώπων για την ιστορία και τον πολιτισμό. Και έχει ενδιαφέρον όχι μόνο ιστορικό, αλλά ανθρωπολογικό, λαογραφικό, λογοτεχνικό γλωσσικό και γλωσσολογικό, καθώς έχει τη δική του δομή και το δικό του ύφος. Έχουν τα χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου ακόμη και εκεί που οι αφηγητές γνωρίζουν λίγα ή πολλά γράμματα ή επεμβαίνουν οι διαμεσολαβητές στη διαμόρφωσή τους.

Εκείνο, όμως, που πρέπει να δει κανείς και να ξεκαθαρίσει μέσα του είναι το εξής. Η κάθε αφήγηση και καταγραφή ενός ατόμου είναι μια ατομική υπόθεση. Και εννοώ ότι αυτά που αφηγείται κάποιος αφορούν την προσωπική του ζωή. Δημιουργείται ένα ερώτημα. Σε ποιον βαθμό όλα αυτά ταυτίζονται με το σύνολο και επομένως ξεφεύγουν από την ατομική περίπτωση, γίνονται συλλογικά και μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ανήκουν στην ομάδα; Στο μεγαλύτερο κομμάτι το ατομικό ως μέρος του συνόλου εκφράζει σε ικανοποιητικό βαθμό το συλλογικό. Γι’ αυτό με τη μέθοδο του πληροφοριακού κορεσμού, όταν συγκεντρώνουμε πληροφορίες και στοιχεία για μια κοινότητα το αντιλαμβανόμαστε αυτό. Δηλαδή να το πω πιο απλά, όταν 4-5 άτομα μας λένε το ίδιο πράγμα.

Τα υλικό αυτό είτε αναφέρεται στην ατομική πορεία του καθενός είτε στον τρόπο ζωής γενικότερα του χωριού, είτε παραθέτει και γεγονότα από την τοπική, την εθνική αλλά και τη διεθνή σκηνή παλαιότερα χανόταν με την αναχώρηση των ανθρώπων από τα εγκόσμια ή στην καλύτερη περίπτωση διατηρούνταν με τους γνωστούς κανόνες ως προφορική παράδοση. Στο μέτρο, όμως, που και οι απλοί άνθρωποι έμαθαν τη στοιχειώδη γραφή αναλαμβάνουν και, ενδεχομένως, και με την παρότρυνση επιστημόνων την πρωτοβουλία να γράψουν όσα έζησαν, γνώρισαν και θυμούνται, για να τα διαβάζουν οι επόμενοι. Έτσι, δημιουργείται ένα νέο είδος γραφής το οποίο βασίζεται σε αφηγήσεις, συνεντεύξεις, καταγραφές, αρχεία των απλών αυτών ανθρώπων άλλοτε σε λαϊκό ύφος και άλλοτε με λόγια πρόσμειξη με πολλά και ενδιαφέροντα ζητήματα προς συζήτηση. Πολλά από αυτά γίνονται ιστορικά αφηγήματα ευχάριστα στην ανάγνωση και σπουδαία για την τοπική ιστορία.

Απλοί άνθρωποι έγραψαν ως ένα σημείο οι ίδιοι την ιστορία τους και με στοιχεία από το χωριό τους και με τη διαμεσολάβηση του συγγραφέα εμπλουτίζονται όλα αυτά και αποτελούν το υλικό για την ιστορική αφήγηση. «…Δεν γεννήθηκαν ξαφνικά ήρωες, λέει ο συγγραφέας, ήταν παιδιά πάμφτωχων οικογενειών που έσκυβαν να δαμάσουν τη γη και να τη μετατρέψουν σε γόνιμη για να θρέψουν τα στόματα που απ’ αυτούς καρτερούσαν στο χωριό, μια και τους έλαχε να είναι προστάτες της οικογενείας…».

Από την άλλη η χρονική περίοδος του στρατού ήταν για την παραδοσιακή κοινωνία ένα σχολείο. Μια εκπαίδευση που οδηγούσε στην ωρίμανση και γι’ αυτό θεωρούνταν ορόσημο, για να μπει κανείς ύστερα υπεύθυνα στην κοινωνική ζωή και πάνω από όλα να παντρευτεί. Και όλο αυτό το σκηνικό συνέβαινε, επειδή δύσκολα τα παιδιά έφευγαν έξω από το χωριό, δεν υπήρχαν τα μέσα οικονομικά και μεταφορικά και η πόλη έμοιαζε μακρινό όνειρο και απρόσιτο.

Η ατυχία των ηρώων του ιστορικού αυτού αφηγήματος τους οδήγησε με μετάθεση από το στρατόπεδο όπου πρωτοπαρουσιάστηκαν στον Έβρο και με την εισβολή των Γερμανών πήραν το δρόμο προς την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή, την Αίγυπτο με σημαντικές πολεμικές δράσεις. Και ο στρατιωτικός κύκλος τους φέρνει τελευταία στην Ιταλία, για να επιστρέψουν στον Αμμότοπο, όπου και πέρασαν το υπόλοιπο της ζωής τους. Δεν θα ήθελα να σας κουράσω με την ιστορική αυτή γνώση που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας το βιβλίο. Εννοώ την πολεμική δράση τους, τις μάχες, τους στρατιωτικούς, Έλληνες και ξένους, τις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους. Έχει σημασία, όμως, η εσωτερίκευση των γεγονότων από τους ίδιους τους στρατιώτες και η περιγραφή των μαχών με τις νίκες ή ήττες. Δεν είναι ιστορία του γραφείου από έναν ιστορικό με τα αναγκαία τεκμήρια. Είναι κάτι παραπάνω από αυτά. Είναι κατάθεση ψυχής και ως τέτοια η παραδοσιακή ιστοριογραφία δεν την είχε σε εκτίμηση, γιατί διέπονταν κατά την άποψή της από έναν υποκειμενισμό. Όμως, έχει ειπωθεί, και πολύ εύστοχα, αν ο καθένας έγραφε αυτά που έζησε η ιστορία πρέπει να ξαναγραφτεί. Και θα πρόσθετα εδώ αυτές οι μικρές ιστορίες είναι που τροφοδοτούν το μεγάλο ποτάμι της εθνικής ιστορίας        

Το ιστορικό αυτό αφήγημα είναι μια ιστορία «γραμμένη» από τους ίδιους τους δημιουργούς της με ιδιαίτερο κόπο και πολλούς κινδύνους είτε αυτή αναφέρεται στα πολεμικά γεγονότα είτε στη σκληρή επιβίωση στην άγονη γη του Αμμοτόπου και μεταφέρεται με το συγγραφέα ως ένα ευχάριστο και διδακτικό για μας ανάγνωσμα. Η κατάθεση της μνήμης τους εδώ στο βιβλίο του Ν. Πάνου δεν επιτρέπει να φύγουν οι ήρωες αυτοί από τούτη τη ζωή αμνημόνευτοι παρά την πικρία που εκφράζεται. Γιατί η μνήμη πρέπει να κρατιέται ζωντανή και να μην καταλήγει σε ανάμνηση. Και αυτό, να γίνει ανάμνηση δηλαδή, είναι πολύ εύκολο να συμβεί, όταν δεν μελετούμε και δεν γνωρίζουμε τον τόπο μας, δεν τον αγαπάμε. Όταν εξοστρακίζουμε κάθε έννοια πατριωτισμού και εμποδίζουμε τον επαναπατρισμό του, συμβάλλουμε στην ιδιώτευση και την άρνηση, ό,τι χειρότερο για την ευκολότερη άλωση των μηχανισμών εκείνων που στηρίζουν μια κοινωνία να ζει με αξιοπρέπεια με το δικό της αξιακό σύστημα. Οι απλοί αυτοί ήρωες πολέμησαν για την πατρίδα και τίμησαν τα ελληνικά χώματα ως τα βαθιά τους γεράματα.

 

papakostas-xaris-00-q

 

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ: Μια σπονδή… ένα πολιτικό μνημόσυνο

Πριν ξεκινήσω, οφείλω δημόσια να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη του φίλου ΝΙΚΟΥ ΠΑΝΟΥ στο πρόσωπό μου, και για τη χαρά που μου έδωσε να προλογίσω και να επιμεληθώ την έκδοση, επικαιροποιώντας έτσι μια πολύχρονη φιλία και αμοιβαία εκτίμηση.

Το βιβλίο που κρατάτε πολλοί από εσάς στα χέρια σας, και είμαι βέβαιος ότι θα το διαβάσετε,   δεν είναι μια εμπορική έκδοση, είναι μια σπονδή, ένα πολιτικό μνημόσυνο, η απόδοση τιμών μετά θάνατο σε πραγματικά λησμονημένους ήρωες, σε δικούς μας ανθρώπους, σε απλούς ανθρώπους του τόπου μας που έφυγαν απ τη ζωή με την πίκρα ότι ξεχάστηκαν τόσο νωρίς οι πατριωτικοί αγώνες τους και τουλάχιστον δεν μνημονεύθηκαν… όπως πραγματικά άξιζαν.

«Σ’ αυτά τα χωριατάκια του Αμμοτόπου» ,…. μια προσφιλής έκφραση του συγγραφέα, που με καθυστέρηση ανέσυρε από τη λησμονιά του χρόνου και έφερε στο προσκήνιο και στο φώς ο Νίκος, αλλά ο σοφός λαός μας λέει… κάλιο αργά παρά ποτέ!!!!

Ο Νίκος Πάνος αναδεικνύεται ένας ακούραστος ιστορικός ερευνητής αλλά και προικισμένος πλέον λογοτέχνης, που με τους ολοζώντανους διαλόγους των παιδιών του Αμμοτόπου, περιγράφει με γλαφυρότητα τις συνθήκες ζωής στο χωριό την εποχή εκείνη, κάπου εκεί περί το 1940.

Και επειδή παρά τα αγωνιώδη και μαρτυρικά γεγονότα που περιγράφονται, υπάρχει χώρος και για την πηγαία χιουμοριστική διάθεση του συγγραφέα που είναι διάχυτη στο αφήγημα, θα πω ότι όταν μου ανέθεσε τη διόρθωση και την επιμέλεια των κειμένων με ξάφνιασε τόσο πολύ το γράψιμό του, που αποδέχτηκα με χαρά το έργο που μου ανατέθηκε και νομίζω πως ανταπεξήλθα, σκοντάφτοντας όμως… στην ιδιότυπη υπερηφάνεια που τον διακατέχει διαδίδοντας ότι είναι ανορθόγραφος, έτσι σε κάποια στιγμή μικροέντασης μου είπε το εξής καταπληκτικό, που απ αυτή τη σκοπιά δεν είχε περάσει ποτέ από τη σκέψη μου: «μέχρι τώρα δεν έσκυψα το κεφάλι, μην περιμένεις τώρα να υποταχθώ σε ζυγούς και μάλιστα στο…. ζυγό και τους κανόνες της ορθογραφίας», ξυπνώντας μέσα του ο… ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟΣ ΑΝΩΓΕΙΑΤΗΣ.

Ο Νίκος απορροφά τα ιστορικά γεγονότα όπως το σφουγγάρι το νερό, και όταν έμαθε τα όσα έζησαν τα παιδιά του Αμμοτόπου, αμέσως αξιολόγησε ότι δεν έπρεπε να τα αφήσει να πέσουν κάτω, αλλά να αναρτηθούν τόσο στις ένδοξες σελίδες του πατριωτισμού, όσο και κατά κάποιο τρόπο … και στην αιωνιότητα!!!

Για τις ενότητες του βιβλίου θα ακούσετε και από άλλους ομιλητές, εγώ θέλω να πω δυο λόγια ακόμα για τον άνθρωπο ΝΙΚΟ ΠΑΝΟ.

Αρκετές φορές είχαμε συναντηθεί στην πορεία ολοκλήρωσης του πονήματος και είχα διαπιστώσει τον ενθουσιασμό του που ήταν τόσο χειμαρρώδης και συναισθηματικά φορτισμένος, που παρέσυρε και εμένα.

Διαβάζοντας μερικές πρόχειρες ακόμα σελίδες ενίοτε δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη συγκίνησή του, και σκουπίζοντας με τρόπο ένα κρυφό δάκρυ, μου έλεγε πως …πειράχτηκαν τα μάτια μου από την οξυγονοκόλληση που τόσα χρόνια εξασκούσα!!! Γρήγορα αντιλήφθηκα πόσο έντονα ζούσε και περιπλανιόταν καιρό τώρα, μαζί με τους ήρωές του…τη ζωή στα πετρώδη   καπνοχώραφα του Αμμοτόπου, τα ξεχωρίσματα για τον στρατό, το ταξίδι για τον ΄Εβρο, τον ταπεινωτικό αφοπλισμό στην Τουρκία, τον βρώμικο και ανορθόδοξο πόλεμο στις Ερήμους στην Αίγυπτο και το Λίβανο, και τη συγκινητική ανάρτηση της Ελληνικής σημαίας στο Δημαρχείο του Ρίμινι της Ιταλίας…

Ναι ήταν εκεί ο Κώτσιος ο Αχιλλέας, ο Αποστόλης, ο Κωνσταντής και οι άλλοι δικοί μας !!!!!

«Πάλλονται αι καρδίαι μας εις το άγγελμα ότι η κυανόλευκος κυματίζει εις την Ιταλίαν. Εις την πορείαν σας προς την δόξαν και την ελευθερίαν, σας συνοδεύουν και αι προσδοκίαι του ΄Εθνους’ ήταν το μήνυμα του τότε Πρωθυπουργού από το Λίβανο, όπως αναφέρεται σε σελίδα του βιβλίου.

Ο πόλεμος τελείωσε και επιτέλους ήρθε η ώρα της επιστροφής μετά από πέντε ολόκληρα χρόνια στην Ελλάδα.

Όμως κατά τραγική ειρωνεία της τύχης,   ξαναβρήκαν την Ελλάδα σε εμπόλεμη κατάσταση και μάλιστα τώρα στον αδελφοκτόνο εμφύλιο σπαραγμό των Δεκεμβριανών του 44, και τους επέβαλλαν άθελά τους να …πολεμήσουν,   αφού ήταν ακόμα στρατιώτες.

Και θέλω να σταματήσω για λίγο στην περίοδο λήξης του πολέμου και της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα τότε το 1944, εποχή που επιστρέφουν στην Ελλάδα με απερίγραπτη συγκίνηση τα παλλικάρια του Αμμοτόπου, φορτωμένα με τόσες και τόσες αναμνήσεις αλλά και πολεμικούς σταυρούς, παράσημα και μετάλλια για τον ηρωισμό που επέδειξαν στα πεδία των μαχών, με πλημμυρισμένα τα μάτια δάκρυα πατώντας σε ελληνικό και μάλιστα ελεύθερο χώμα και με τον πόθο και τη λαχτάρα να αντικρύσουν τους δύστυχους δικούς τους, στο αγαπημένο τους χωριό, εκεί στις τραχιές πλαγιές του Γκογκόμυλου…

(η λέξη Γκογκόμυλο, χρησιμοποιείται πολλές φορές στο βιβλίο συμβολικά, και για όσους έτυχε να μη γνωρίζουν έτσι ονομάζεται στην τοπική διάλεκτο η κορυφή του Ξηροβουνίου που υψώνεται πάνω από το Καστρί και τον Αμμότοπο).

Και τους έλαχε να ζήσουν κάτι απίστευτο, απροσδόκητο, απίθανο, συγκλονιστικό…τραγικό ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΕΛΛΗΝΕΣ – ΑΔΕΛΦΙΑ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΑΔΕΛΦΙΑ

Αλλά και πως θα ήταν δυνατό να το κατανοήσουν!!! ΑΛΟΙΜΟΝΟ….και πώς να το αποδεχτούν, αυτοί που πέντε χρόνια πολεμούσαν στις αμμοθύελλες με αυτοθυσία για την Ελλάδα, και τραγουδούσαν υψώνοντας την Ελληνική σημαία στο Ρίμινι … «ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΖΩ…ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΗΜΑΙΑ ΜΟΥ», να σηκώσουν όπλο σε ΄Ελληνα ή και να χάσουν τη ζωή τους από ελληνική σφαίρα !!!

Μια ιστορία πραγματικά συγκλονιστική με απίστευτο σενάριο κινηματογραφικής φαντασίας !

Αυτά μας έφερε στο φως ο Νίκος και με κάνει να ανατριχιάζω, αφήνοντας τη φαντασία μου να περιπλανιέται σε όλους τους συμπατριώτες αγωνιστές που ξεκίνησαν απ τις άγριες πλαγιές του Γκογκόμυλου, και έγραψαν με το αίμα τους, ιστορίες δόξας στα πεδία των μαχών, για την ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ.

Αυτοί είναι οι Λησμονημένοι ήρωες με δυο απλές κουβέντες και αυτός είναι ο συγκλονιστικός Νίκος Πάνος, που με την ανορθόγραφη πένα του αλλά τον ωραίο, λιτό αλλά ταυτόχρονα και μεστό λόγο του στέλνει μηνύματα αγώνων, φιλίας, αδελφοσύνης, αξιοπρέπειας, αλληλεγγύης, αξιοκρατίας και πατριωτισμού, που θα πρέπει να είναι η πυξίδα μας, σε μια περίοδο μεγάλης και μακρόχρονης δοκιμασίας του Λαού μας και της πατρίδας μας.

Οι τιμές και η δόξα που… κρίμα!!! δεν αποδόθηκαν όσο ζούσαν οι μνημονευόμενοι ήρωες του Αμμοτόπου, ας αποδοθούν έστω και τώρα μετά θάνατο, αφού επιτέλους βρέθηκε το χέρι έστω ενός… «ανορθόγραφου»!!! να γράψει γι’ αυτούς!

Θερμά συγχαρητήρια και ένα μεγάλο μπράβο φίλε ΝΙΚΟ, για τη μεγάλη προσφορά σου στην ανάδειξη ιστορικών γεγονότων ανθρώπων του τόπου μας, ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΟΥ, και πιστεύω ότι έχεις και άλλα να μας δώσεις, να μας ξυπνήσεις από το λήθαργο και την παρακμή που θα περιπέσουμε …εμείς οι διαβασμένοι !

 

gketsis-vivlio-00-a

 

ΚΩΣΤΑΣ ΓΚΕΤΣΗΣ: Το βιβλίο αυτό είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρο από ποτέ

 

O καλός φίλος Νίκος Πάνου, μας έχει συνηθίσει σε εκπλήξεις…

Εκπλήξεις που βασίζονται πρώτα στον εύψυχο χαρακτήρα του, στην αγωνία του να περάσει την προφορικότητα στο έντυπο, στην προσπάθεια να διασώσει την ζωντάνια της καθημερινότητας στην ιστορία, στην διάθεσή του να μετατρέψει τις ιστορίες των μικρών ηρώων του περιβάλλοντός του σε ύμνο της ανθρώπινης παρουσίας… Όλα αυτά όμως όχι χωρίς αγώνα, όχι χωρίς προσπάθεια, όχι χωρίς τον σκληρό κάματο, του ανθρώπου που έχει την επίγνωση του καθήκοντος.

Οι περισσότεροι εδώ μέσα, είμαστε φίλοι του συγγραφέα και τον γνωρίζουμε από την επιτυχημένη προσπάθειά του να περιγράψει τον βίο και την Πολιτεία των αδελφών Ρέντζου, που έγιναν διαβόητοι ως λήσταρχοι και εμπνευστές της ληστείας της Πέτρας, της ληστείας του αιώνα…

Σήμερα όμως, έχει ένα δυσκολότερο έργο. Να παρουσιάσει την ιστορία απλών ανθρώπων, που δεν αναφέρθηκαν σε εγκλήματα, ούτε έγιναν πρωτοσέλιδα στον ελληνικό και Ευρωπαϊκό Τύπο, αλλά που η πορεία τους στον χρόνο είναι καλύτερη και ομορφότερη από το πιο λαϊκό παραμύθι.

Παρακολουθούμε την ιστορία δυο παιδιών από την περιοχή, που δεν το έδειχνε η μοίρα τους, ότι θα τύχουν την ευκαιρία να είναι πρωταγωνιστές στα μεγαλύτερα πολεμικά γεγονότα της εποχής μας και ιδίως του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα παιδιά που μέχρι να ξεσπάσει ο πόλεμος, αγωνιζόταν με το αλέτρι και τα ζωντανά, που δεν γνώριζαν τίποτε περισσότερο από τα πράγματα αυτής της γωνιάς της Ηπείρου, μέσα σε λίγα χρόνια έφτασαν να κάνουν την δικιά τους Οδύσσεια, ταξιδεύοντας σε αλλοδαπούς τόπους, πολεμώντας σε μακρινά μέρη, με άγνωστους στρατούς, με συμμάχους και εχθρούς, με αδέλφια και ξένους, υπό την γαλανόλευκη και ξένες σημαίες, ελευθερώνοντας άλλους λαούς από την κατοχή του Άξονα…

Ένα έπος η στρατιωτική πορεία των δυο αυτών παιδιών, που ξεκινάει από τις μάχες στην Μακεδονία, από την πορεία στην Τουρκία και την μεταφορά στην Αφρική, την συμμετοχή σε μεγάλες οργανωμένες μάχες των συμμάχων κατά του Άξονα, την μάχη στο Ελ Αλαμέϊν, τα αδελφοκτόνα διχαστικά κινήματα, που έπληξαν το ελληνικό στράτευμα, τις συρράξεις στην Ιταλία με τον Ιερό Λόχο…

Μια Οδύσσεια που δεν τελείωσε με την επιστροφή στην πατρίδα, αλλά που συνεχίστηκε με την προσπάθεια να ξαναχτίσουν τις ζωές τους στον τόπο τους, ο οποίος ήταν ρημαγμένος από τον εμφύλιο σπαραγμό, τους αδελφοκτόνους πολέμους και τα πολιτικά πάθη που συνέχιζαν να διχάζουν τον λαό και να ματώνουν το έθνος…

Ο συγγραφέας έχει προσωπική επαφή με τους πρωταγωνιστές του έπους… Γνωρίζει από τις σημειώσεις τους, τα ημερολόγια, τις φωτογραφίες, τα έγγραφα και τις προφορικές διηγήσεις την αληθινή ιστορία μιας σειράς από καταστάσεις, οι οποίες έχουν αποτυπωθεί ως ιστορικά γεγονότα της χώρας μας. Διασταυρώνει όμως προσεκτικά τα στοιχεία και τα επιβεβαιώνει… Στόχος του είναι να αναδείξει τον μικρό ήρωα που κρύβει κάθε ανθρώπινη ψυχή και ιδίως η ιδιοσυγκρασία του Έλληνα.

Αλλά δεν είναι μόνο η ιστορική άποψη που τυγχάνει ενδιαφέροντος σε αυτήν την προσπάθεια… Γιατί το βιβλίο αυτό είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Με τα σύννεφα του πολέμου να γκριζάρουν όλο και πιο πολύ στην περιοχή μας, μοιάζουν αυτές οι περιπέτειες να είναι περισσότερο οικείες από ποτέ.

Εκατοντάδες χιλιάδες είναι οι πρόσφυγες, εκατοντάδες χιλιάδες είναι και οι νεκροί γύρω μας, σε έναν πόλεμο που όσο και να θέλουμε να σκεφτόμαστε ότι δεν μας απασχολεί, βλέπουμε σήμερα τα αποτελέσματά του. Όχι στην τηλεόραση, αλλά εδώ δίπλα μας, στο στρατόπεδο Πετρουλάκη, όπου φιλοξενούνται οικογένειες προσφύγων.

Οι εποχές δεν απέχουν… Και για τον λόγο αυτόν, το βιβλίο μας δίνει ένα καλό μήνυμα: το εύψυχον, η ανθρωπιά και η γενναιότητα δεν πρέπει να χαθούν, πρέπει να διατηρηθούν. Η ψυχραιμία πρέπει να συνδυαστεί με την φιλανθρωπία, αλλά η ετοιμότητα (που λείπει σήμερα) πρέπει να επανέλθει … Αν επικρατήσουν τα αδελφοκτόνα πάθη και οι πολιτικές εντάσεις του διχασμού, δεν θα έχουμε κάνει τίποτε παρά να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος.

Και γι’αυτό το βιβλίο έχει μεγάλη σημασία. Γιατί δεν αποτυπώνει την μνήμη από την σκοπιά των ηγετών, αλλά την θέση των μικρών ηρώων της πρώτης γραμμής, που τελικά είναι όλοι τους σαν εμάς…

Ευχαριστώ που με ανεχτήκατε…

Φίλε Νίκο, από τα βάθη της ψυχής μου εύχομαι να είναι Καλοτάξιδο το βιβλίο σου…