Είναι επίκαιρη η συζήτηση για συνένωση ΤΕΙ και Πανεπιστημίων

|

Άρθρο – παρέμβαση του πρώην προέδρου του ΤΕΙ Ηπείρου ΓΡΗΓΟΡΗ ΓΚΙΚΑ, με αφορμή την πρόταση της «Γ», για Γεωπονική Σχολή στην Άρτα

 

 

 

 

 

Διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο της ΓΝΩΜΗΣ, σχετικά  με «το μέλλον του ΤΕΙ Ηπείρου και την ίδρυση Πανεπιστημιακής Γεωπονικής Σχολής στην Άρτα». Επιτρέψτε μου, με την ιδιότητα του καθηγητή και πρώην προέδρου του ΤΕΙ Ηπείρου, να καταθέσω ορισμένες απόψεις, προσπαθώντας να συμβάλλω   στο διάλογο για τις προοπτικές ανάπτυξης της ανώτατης εκπαίδευσης στην περιφέρεια Ηπείρου.
Τα προβλήματα των περιφερειακών  Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων  χρονίζουν και χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης. Το πιο βασικό από αυτά, κατά τη γνώμη μου, έγκειται στον χωροταξικό τους σχεδιασμό. Η χωροθέτηση σχολών και τμημάτων των περιφερειακών ιδρυμάτων υπήρξε αποσπασματική, κατακερματισμένη, χωρίς σαφή προγραμματισμό και ρητούς ακαδημαϊκούς στόχους. Συχνά οι ανάγκες των τοπικών κοινωνιών σε μικροοικονομικό και πολιτικό επίπεδο βάρυναν περισσότερο από την διασφάλιση της ακαδημαϊκής προόδου και εξέλιξης των Ιδρυμάτων που αυτές φιλοξενούσαν. Η σημασία των ιδρυμάτων αυτών είναι εξαιρετικά μεγάλη για την περιφερειακή ανάπτυξη, αλλά για λόγους όλως διόλου διαφορετικούς από εκείνους που οι προηγούμενες πρακτικές εξυπηρέτησαν. Είναι σοβαρό λάθος να αντιμετωπίζεται το εκπαιδευτικό ίδρυμα ως πρωτογενές μέγεθος ανάπτυξης, να μετριέται δηλαδή μόνο το άμεσο υλικό αποτέλεσμα της λειτουργίας του με το πόσα χρήματα εισρέουν στην περιοχή. Αν ένα περιφερειακό ίδρυμα πρέπει να στηρίξει αναπτυξιακά την χώρα στις πιο ευαίσθητες περιοχές της, που είναι οι απομακρυσμένες γεωγραφικά από το κέντρο, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την ενίσχυση και την πρόταξη σε κάθε στρατηγική του βασικού του ρόλου, που είναι ερευνητικός και εκπαιδευτικός.
Το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας το ζήτημα του χωροταξικού  εξορθολογισμού τίθεται με τρόπο επιτακτικό. Η συζήτηση πρέπει να επικεντρώνεται στο χαρακτήρα και τη μορφή των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του μέλλοντος, στους στόχους και τις στρατηγικές τους, αλλά και στο ρόλο που μπορούν να παίξουν σε περιφερειακό επίπεδο.
Τα περιφερειακά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην χώρα μας  ιδρύθηκαν  με σκοπό την άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων. Για πολλές δεκαετίες υπήρξε ένας συγκεντρωτισμός της παιδείας στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Η ίδρυση των πρώτων περιφερειακών ΑΕΙ ξεκίνησε στη δεκαετία του 60 στην Πάτρα και τα Ιωάννινα και ακολούθησαν  στα μέσα της δεκαετίας του 1970 τα Πανεπιστήμια Θράκης και Κρήτης, τα οποία εισήγαγαν για πρώτη φορά και τη λειτουργία Πανεπιστημίου με τμήματα σε περισσότερες από μία πόλεις. Το ΤΕΙ Ηπείρου ιδρύθηκε το 1994.
Έχει υποστηριχθεί ότι η ίδρυσή των περιφερειακών ανώτατων ιδρυμάτων  έγινε για λόγους τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης, ως μέτρο αύξησης της κοινωνικής δικαιοσύνης και  αναδιανομής  πόρων μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, για εθνικούς λόγους, εκπαιδευτικούς, αλλά και για πολιτικές σκοπιμότητες και τοπικιστικές επιδιώξεις.  Έντονος είναι ο προβληματισμός για τη έλλειψη σχεδιασμού και προγραμματισμού στην ίδρυση και λειτουργία τους.
Τα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα για να συμβάλουν στην μακροχρόνια ανάπτυξη απαιτούνται να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις λειτουργίας όπως στο εσωτερικό της κάθε περιφέρειας απαιτείται χωροταξική συγκέντρωση των Σχολών κατά γνωστική ενότητα. Τα Τμήματα που θα εγκαθίστανται σε μια πόλη – έδρα θα πρέπει να συγκροτούν μια ευρύτερη γνωστική πειθαρχία – ενότητα. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή η εγκατάσταση μεμονωμένων Τμημάτων σε μια πόλη. Η εν λόγω γνωστική ενότητα μπορεί να ταυτίζεται με την οργανωτική νομοθετημένη μονάδα της Σχολής. Ο κατακερματισμός των Σχολών σε δύο ή περισσότερες πόλεις δεν εξυπηρετεί τους επιστημονικούς στόχους ενός ΑΕΙ.
Η εξασφάλιση της ύπαρξης αρκετών τμημάτων με ειδικά αντικείμενα, τα οποία δεν προσφέρονται στα κεντρικά πανεπιστήμια ή με σπουδές μεταπτυχιακού επιπέδου.
Η εξασφάλιση της κινητικότητας ανθρώπων και πληροφοριών μέσω λειτουργίας σύγχρονων και πολύ καλά οργανωμένων βιβλιοθηκών και δυνατότητας διοργάνωσης και παρακολούθησης συνεδρίων.
Ύπαρξη μιας κρίσιμης μάζας φοιτητών και διδασκόντων έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια ακαδημαϊκή κοινότητα.
Υψηλής ποιότητας κτιριακές εγκαταστάσεις, υποδομές και εξοπλισμός.
Μόνο εάν εκπληρωθούν αυτές οι ελάχιστες προϋποθέσεις το περιφερειακό AEI μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ανάπτυξη μιας περιοχής, με την έννοια ότι τοποθετεί την περιοχή σε διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης. Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι τα περιφερειακά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα χρειάζονται τη στήριξη της θεσμικά συγκροτημένης πολιτείας (συμπεριλαμβανομένης και της τοπικής).  Η τελευταία  προσπάθεια για το χωροταξικό εξορθολογισμό των ΑΕΙ, με το σχέδιο Αθηνά, δεν βελτίωσε τη χωροθέτηση των Σχολών και των Τμημάτων, υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις αποσπασματική, χωρίς σαφή προγραμματισμό και ρητούς ακαδημαϊκούς στόχους. Καθίσταται αναγκαίος, λοιπόν, ένας εθνικός χωροταξικός σχεδιασμός για τον εξορθολογισμό της χωροταξικής δομής των ΑΕΙ και τη δημιουργία σε έναν ενιαίο χώρο ολοκληρωμένων ακαδημαϊκών κοινοτήτων, που εξασφαλίζουν διεπιστημονικότητα – διαθεματικότητα, επενδύουν στη γνώση και τη καινοτομία.
Σήμερα που η χώρα μας αντιμετωπίζει μια πρωτόγνωρη κρίση τίθεται επιτακτικά το θέμα της βιωσιμότητας των περιφερειακών Ιδρυμάτων. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα περιφερειακά ΑΕΙ προκειμένου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα πρέπει να προχωρήσουν σε βελτίωση της χωροταξικής τους δομής, στη συγκέντρωση τμημάτων με συγγενές γνωστικό αντικείμενο σε ένα ακαδημαϊκό χώρο, προκειμένου να δημιουργήσουν ανταγωνιστικές δομές μέσω της δημιουργίας οικονομίας κλίμακας. Η Άρτα θα μπορούσε να αποτελέσει τέτοιο ακαδημαϊκό πόλο.
Τα ΤΕΙ, όπως και το ΤΕΙ Ηπείρου ακολούθησαν μια εξελικτική πορεία και παρά τα προβλήματα, διένυσαν ένα δύσκολο δρόμο με ελάχιστες προϋποθέσεις και πέτυχαν τα μέγιστα. Οι πτυχιούχοι των ΤΕΙ καταξιώθηκαν στο ελεύθερο επάγγελμα, στις επιχειρήσεις και την κοινωνία. Επίσης, καταξιώθηκαν ακαδημαϊκά με τη συμμετοχή τους σε μεταπτυχιακές σπουδές όλων των επιπέδων στα Πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής. Πολλά Τμήματα των ΤΕΙ υλοποιούν σήμερα με επιτυχία μεταπτυχιακά προγράμματα. Αναπτύσσουν εκπαιδευτικές και ερευνητικές συνεργασίες σε ισότιμη βάση, με ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και έχουν πετύχει την αναγνώρισή τους στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συμμετέχουν στη διαδικασία της αξιολόγησης και αξιολογούνται με τις ίδιες προϋποθέσεις που αξιολογούνται και τα Πανεπιστήμια.
 Με βάση την μέχρι τώρα πορεία τους, τα ΤΕΙ μπορούν να μετονομαστούν –μετεξελιχθούν σε Πανεπιστήμια. Σε θεσμικό επίπεδο, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ότι τα ΤΕΙ είναι ΑΕΙ. Συνεπώς, είναι επίκαιρη και επιτακτική η συζήτηση για τη συνένωση ορισμένων ΤΕΙ με τα Πανεπιστήμια στις περιφέρειες όπου οι δομές τους φυσικά είναι συμπληρωματικές. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε, όπως και εσείς τονίζεται, να δημιουργηθεί μια πανεπιστημιακή Γεωπονική Σχολή στην Άρτα η οποία θα μπορούσε να προκύψει από τη συνένωση του ΤΕΙ Ηπείρου με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Ορισμένοι θεωρούν την πρόταση για συνένωση του ΤΕΙ Ηπείρου με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων παρελκυστική και αποπροσανατολιστική. Χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, ενιαία οργάνωση και λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης. Το σημερινό τοπίο είναι θολό και πρέπει να ξεκαθαρίσει. Τα ΤΕΙ μπορούν και πρέπει να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με τα Πανεπιστήμια, χωρίς ιδεοληψίες, συντεχνίες και υπεροψία εκ μέρους της Πανεπιστημιακής Κοινότητας αφενός και αφετέρου χωρίς φοβίες και ανασφάλεια από την ακαδημαϊκή κοινότητα των ΤΕΙ.
Ο ρόλος των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στην περιφερειακή ανάπτυξη στη χώρα μας μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά σημαντικός. Στις σημερινές συνθήκες απαιτείται άμεσα ένας εθνικός χωροταξικός επανασχεδιασμός τους για να μπορέσουν με επιτυχία  να  συνεισφέρουν στην ανάπτυξη των περιφερειών, τη παροχή εξειδικευμένου προσωπικού, αλλά κυρίως να μπορούν να δημιουργούν τεχνογνωσία και καινοτομία σε οικονομικούς και κοινωνικούς τομείς. Εφόσον ακολουθηθεί η ενδεδειγμένη στρατηγική, είναι σαφές ότι τα περιφερειακά ΑΕΙ έχουν πολλά να προσφέρουν σε τοπικό επίπεδο, ενώ παράλληλα μπορούν να κερδίσουν τα ίδια μια ιδιαίτερη θέση στο ελληνικό και διεθνές ακαδημαϊκό τοπίο.

 

*Ο κ. Γρηγόριος Γκίκας είναι Καθηγητής ΤΕΙ Ηπείρου και Διδάσκων Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.