Ενθουσιασμένοι με το Γεφύρι της Άρτας…

Όλοι έκαναν λόγο για ένα συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ, το οποίο πρέπει να δει ο κάθε αρτινός και ο κάθε ηπειρώτης, όπου κι αν βρίσκεται

 

 

 

 

Η αίσθηση που επικρατούσε στην αίθουσα του Μουσείου Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Ηλιούπολης, όπου θα είχε προγραμματιστεί η προβολή του ντοκιμαντέρ του Βασίλη Γκανιάτσα, για το Γεφύρι της Άρτας, ήταν πως θα έβλεπαν μια ιστοριούλα, η οποία θα ήταν χρήσιμη, γιατί όλοι θα ήθελαν να μάθουν, για το μνημείο της Άρτας, το οποίο αποτελεί θρύλο.

Μία ώρα μετά, στην δεξίωση που ακολούθησε και είχε ετοιμάσει ο διοργανωτής της εκδήλωσης, οι απόψεις ήταν εντελώς διαφορετικές. Αντίθετες. Όλοι έκαναν λόγο για ένα συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ, το οποίο πρέπει να δει ο κάθε αρτινός και ο κάθε ηπειρώτης, όπου κι αν βρίσκεται. Όλοι οι παριστάμενοι, είχαν να σχολιάσουν κάποια συγκλονιστική λεπτομέρεια, απ’ το ντοκιμαντέρ, που όλα έδειξαν, πως μίλησε στην καρδιά τους…

Η εκδήλωση για την προβολή του ντοκιμαντέρ, διοργανώθηκε απ’ τον Σύλλογο Ηπειρωτών Ηλιούπολης και η συμμετοχή ηπειρωτών, ξεπέρασε τις προβλέψεις των διοργανωτών, όπως και οι ίδιοι έλεγαν, για να σημειώσουν με νόημα, πως οι ίδιοι θα προτείνουν και σε άλλες οργανώσεις της ηπειρωτικής αποδημίας να διοργανώσουν ανάλογες εκδηλώσεις, γιατί αυτές θα είναι μια τεράστια προσφορά σ’ όσους πάρουν μέρος.

Την εκδήλωση άνοιξε το μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Ηπειρωτών Ηλιούπολης Χρήστος Τούμπουρος, ο οποίος αναφέρθηκε στην ιστορία του γεφυριού της Άρτας και το πώς είναι επιβεβλημένο, όλοι να την γνωρίζουμε, μιας και αυτή αποτελεί στοιχείο του πολιτισμού μας.

Ακολούθως τον λόγο έλαβε ο πρόεδρος του Συλλόγου Ηπειρωτών Ηλιούπολης Νίκος Σπέγγος, ο οποίος ευχαρίστησε τον κινηματογραφιστή Βασίλη Γκανιάτσα, που αποδέχτηκε την πρόσκληση του Συλλόγου, για την διοργάνωση της εκδήλωσης για το γεφύρι της Άρτας, το οποίο όπως είπε θυμάται απ’ τα παιδικά του χρόνια, που ταξιδεύοντας μπροστά απ’ αυτό, ο καθένας έδινε την δική του εκδοχή για τον θρύλο της κατασκευής του. Είπε χαρακτηριστικά, πως αυτή η ανάμνηση τον συνοδεύει ακόμη.

Ο εκδότης της «Γ» Κώστας Γκέτσης, ανέβηκε στην συνέχεια στο βήμα, για να παρουσιάσει το έργο του Βασίλη Γκανιάτσα. Η ομιλία του δημοσιεύεται στην διπλανή στήλη.

Οι ομιλίες, με τις οποίες έγινε η παρουσίαση του ντοκιμαντέρ, έκλεισαν με την ουσιαστική παρέμβαση του κριτικού βιβλίου Κώστα Τραχανά, ο οποίος απ’ την μια αναφέρθηκε σ’ αυτή καθ’ αυτή την ιστορία του γεφυριού, για να καταλήξει στο πόσο δύσκολη ήταν η προσπάθεια που έκανα ο Βασίλης Γκανιάτσας.

Να σημειωθεί ότι παρόν στην εκδήλωση έδωσε ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Ηλιούπολης Κώστας Σεφτελής, ο οποίος πρέπει να σημειωθεί πως έχει σύζυγο απ’ το Πέτα, γεγονός που εξηγεί και το επί πλέον ενδιαφέρον του για το συγκεκριμένο θέμα, αν και όπως είπε ο πρόεδρος του Συλλόγου Ηπειρωτών Ηλιούπολης Νίκος Σπέγγος, ο Δήμος Ηλιούπολης, είναι πάντα αρωγός σε κάθε προσπάθεια που κάνουν οι ηπειρώτες.

Παρών και σ’ αυτή την εκδήλωση και ο εφημέριος της περιοχής πατέρας Αναστάσιος Χριστοδούλου, που έλκει την καταγωγή του απ’ τον Αμμότοπο και είναι πάντα παρών στις εκδηλώσεις του Συλλόγου.

Τέλος αξίζει να σημειωθεί πως στο διοικητικό συμβούλιο του Συλλόγου Ηπειρωτών συμμετέχουν οι Αγναντίτες Γιάννης Κωστούλας γενικός γραμματέας και Χρήστος Τούμπουρος μέλος του Δ.Σ. όπως επίσης και ο Μελισσουργιώτης Γιώργος Ματσούκας.

 

x6

 

Ήμουν κι εγώ εκεί…

«Το γεφύρι που πληγώναμε»!

 

 

 

Του

ΚΩΣΤΑ ΓΚΕΤΣΗ

 

Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος, που είμαι σήμερα ανάμεσά σας, για να συζητήσουμε για ένα θέμα, που πρέπει να ενώνει όλους τους ηπειρώτες και πρωτίστως τους αρτινούς. Ο λόγος για το Παγκόσμιο Μνημείο, το οποίο έχει κάνει την Ήπειρο και την Άρτα γνωστή στα πέρατα του κόσμου. Στα πέρατα του κόσμου προκαλεί τον θαυμασμό! Κι εμείς εκεί στην Άρτα, κατά την παράφραση του τίτλου του έργου του γνωστού συγγραφέα Δήμου Αβδελιώδη, έχουμε το «γεφύρι που πληγώναμε» και συνεχίζουμε να πληγώνουμε! Διαρκώς και αδιαλείπτως! Το παγκόσμιο μνημείο, κυριολεκτικά βρέθηκε σε τραγική κατάσταση, η οποία εξακολουθεί να επικρατεί.

Τον κανόνα της πλήρους –γιατί όχι- και προκλητικής αδιαφορίας, όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, επιβεβαίωσε ως εξαίρεση, ο κινηματογραφιστής Βασίλης Γκανιάτσας. Εργαζόταν αθόρυβα, αλλά συστηματικά, για να συγκεντρώσει το υλικό που θα δούμε σήμερα. Υλικό που χρειάστηκε δεκαετίες για να συγκεντρωθεί, να αξιολογηθεί και να αποτελέσει, το καταξιωμένο πλέον, ντοκιμαντέρ «της Άρτας το γεφύρι».

Έχουν μιλήσει ειδικοί, για την αρτιότητα της δουλειάς που έκανε ο Βασίλης Γκανιάτσας. Αλλά πρέπει να δούμε και πίσω απ’ την δουλειά. Κάτω από ποιες συνθήκες γινόταν αυτή η δουλειά, την ώρα που πολλοί ρωτούσαν, αν αξίζει τον κόπο όλη αυτή ταλαιπωρία. Στα τριάντα χρόνια που γνωρίζω τον Βασίλη Γκανιάτσα, διαπίστωσα ότι απέφυγε πάντα να απαντήσει στο ερώτημα αυτό. Όχι γιατί ο ίδιος δεν είχε απαντήσει στο ερώτημα. Όμως ήθελε να κάνει πράξη το όραμά του. Να μεταφέρει σε μια ταινία, την δουλειά που είχε κάνει και να προκύψει το εκπληκτικό αποτέλεσμα, όπως κι εσείς θα συμφωνήσετε φεύγοντας απ’ την αίθουσα αυτή.

Έκανε και κάτι άλλο ο Βασίλης Γκανιάτσας, στην προσπάθειά του, να συγκεντρώσει αυτά τα στοιχεία και να καταγράψει την ιστορία του γεφυριού της Άρτας. Ήταν… ικανός να στερήσει απ’ τα παιδιά του, σημαντικά πράγματα, για να έχει την δυνατότητα να προμηθεύεται, τα πανάκριβα φίλμ της εποχής και να έχει στην διάθεσή του σήμερα, το υλικό που είναι κτήμα όλων μας.

Μην διανοηθεί κανένας και συζητήσει για στήριξη απ’ την πλευρά της πολιτείας, γιατί το σίγουρο είναι πως θα θεωρηθεί πως ζει σε άλλον πλανήτη. Αυτά είναι για άλλες χώρες και πάντως όχι για την Ελλάδα και ειδικότερα για την Ήπειρο.

Αυτά ως πρόλογος, για την προσπάθεια που έκανε ο καλός μου φίλος Βασίλης Γκανιάτσας, η οποία απέσπασε τα καλύτερα σχόλια και μηνύματα.

-Όμως τι είναι αυτό το ντοκιμαντέρ;

Θα σας πως το εκλαμβάνω εγώ. Και μπορεί να συμφωνήσουμε. Μπορεί όχι. Θα το συζητήσουμε όμως. Για μένα λοιπόν είναι μια κραυγή αγωνίας, προς όλους. Είναι μια απέλπιδα προσπάθεια, να κατανοήσουμε οι πάντες, πως έχουμε ένα μοναδικό μνημείο, το οποίο επί των ημερών μας, παρά λίγο να καταρρεύσει. Θα το δείτε και στο ντοκιμαντέρ. Από τύχη υπάρχει σήμερα και από πολλή τρέλα. Την είχαν οι νέοι της εποχής, που είχαν απαιτήσει την σωτηρία του γεφυριού. Θα το δείτε κι αυτό. Πως το λένε σήμερα οι νέοι; «Ήμουν κι εγώ εκεί».

Και η συνέχεια εξ ίσου αποκαρδιωτική. Τριτοκοσμική! Στο παγκόσμιο μνημείο, δεν μπορεί σήμερα, να προσεγγίσει ένα τουριστικό λεωφορείο, για να φτάσουν εκεί τουρίστες απ’ όλον τον κόσμο, και να το θαυμάσουν, όπως άλλωστε επιθυμούν. Κατασκευάστηκε ένα πάρκινγκ δίπλα στο γεφύρι, προφανώς για να σταθμεύουν εκεί τα λεωφορεία και να μπορούν οι επισκέπτες να απολαύσουν την επίσκεψη στο παγκόσμιο μνημείο. Το έχουν καταλάβει οι τσιγγάνοι, λεωφορείο δεν προσεγγίζει και φυσικά κανένας δεν μπορεί να τους διώξει από εκεί,. Αν δεήσουν κάποια στιγμή και αποχωρήσουν οι τσιγγάνοι και επιχειρήσουν να κινηθούν τουρίστες απ’ τον χώρο στάθμευσης στο ιστορικό γεφύρι, θα πρέπει να περάσουν μέσα από καφετέρια, που είναι στημένη κυριολεκτικά πάνω στο γεφύρι. Η εικόνα αυτή, ακριβώς δίπλα στο μνημείο, δείχνει και το μέγεθος του σεβασμού, προς αυτό.

Το περασμένο καλοκαίρι, μια Ρωσική εταιρεία, έφερε στο γεφύρι της Άρτας εφτά λεωφορεία τουρίστες. Όπως αυτά μπήκαν στο δρόμο προς το γεφύρι, γύρω στις 9 το πρωί, τα ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ και βγήκαν από εκεί, το μεσημέρι. Αυτή την τύχη έχουμε επιφυλάξει στο μνημείο μας. Δυστυχώς. Η υπεύθυνη του τουριστικού γραφείου, μας έλεγε αποχωρώντας: «Σιγά μην ξαναβάλω την Άρτα, στο πρόγραμμα»! Τόσο καλά.

Άλλη μια ιστορία. Το καλοκαίρι του 2011, ήρθε στην Άρτα, συνεργείο της ιταλικής τηλεόρασης RAI. Έκανε ένα αφιέρωμα στα μνημεία της Ευρώπης, που κινδύνεψαν και σώθηκαν, από διάφορους κινδύνους. Με κάλεσαν και μίλησα για την σωτηρία του γεφυριού της Άρτας, λόγω και της ιδιαίτερης ενασχόλησής μου με το θέμα, ως δημοσιογράφος. Όταν τελείωσε η συνομιλία μας, είπα στην Ιταλίδα δημοσιογράφο, αν θέλει να συνομιλήσει με κάποιον παράγοντα του τόπου, για το ίδιο θέμα. «ΟΧΙ», μου απάντησε. Αν ήταν ηπειρώτισσα, θα μου έλεγε «χωριό που φαίνεται, κολαούζο δεν θέλει»!

Μετά το τέλος της προβολής, θα συμφωνήσετε, ότι το ντοκιμαντέρ που θα δείτε αποτελεί ΚΡΑΥΓΗ ΑΓΩΝΙΑΣ, για το μέλλον του μνημείου.

 

Αποδόθηκαν στον σεμνό αρτινό, γνήσιο καλλιτέχνη, οι τιμές που του αρμόζουν

 

x2

 

 

Του

ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΑΜΤΣΙΚΑ

 

Βλέποντας τον Βασίλη Γκανιάτσα περιτριγυρισμένο απ’ όλους αυτούς τους αρτινούς και ηπειρώτες της Αθήνας, αμέσως μετά το θερμό χειροκρότημα που έσειε για ώρα την αίθουσα που προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ του για το Γιοφύρι της Άρτας, συνειδητοποίησα πόσο υπέροχο είναι να αποδίδονται σ’ αυτόν το σεμνό αρτινό, γνήσιο καλλιτέχνη, οι τιμές που του αρμόζουν.
Ενός φωτογράφου και κινηματογραφιστή που αφιέρωσε ολόκληρη την ζωή του καταγράφοντας υπομονετικά και χωρίς ιδιοτέλειες, με λεπτομέρειες την καθημερινότητα αλλά και τις σημαντικότερες στιγμές της Άρτας.
Ο άνθρωπος είναι ένα ολοζώντανο αρχείο για την περιοχή κι αυτό αξιοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο στο ντοκιμαντέρ που παρουσίασε στο ενθουσιασμένο κοινό που τον αποθέωσε στην Αθήνα.
Παρακολουθώντας όρθιοι, δίπλα του, στην κατάμεστη αίθουσα, την πραγματική ιστορία του γεφυριού, όχι τυπικότητες ή πασίγνωστες ιστορίες και μύθους.
Απίστευτα ντοκουμέντα, φοβερές φωτογραφίες, μαρτυρίες από ανθρώπους κλειδιά, σε μια ιστορία που θα μπορούσε άνετα να μεταφερθεί στον κινηματογράφο από χουλιγουντιανούς αστέρες. (Να μια καλή ιδέα).
Ο έρωτας του γερμανού λοχαγού με τη δικτυωμένη με την αντίσταση υπηρέτρια του ξενοδοχείου, η παγίδευση του ιστορικού μνημείου με εκρηκτικά, η δολοφονία των πρωτεργατών απο αντάρτες και ΕΣ-ΕΣ, μέχρι και η σύγχρονη ιστορία με τα Γκανιατσάκια που έσωσαν το γεφύρι αποκαλύπτοντας τη ζημιά που του έκανε το φράγμα Πουρνάρι.
Θα μπορούσα να γράφω μέρες, για τα μαστόρικα κινηματογραφικά του πλάνα με τη θρυλική Aaton, για την αμεσότητα και απλοϊκότητα των κειμένων και της αφήγησης, για το πολύτιμο αρχειακό υλικό που χρησιμοποιήθηκε.
Θα πω μόνο ενα : Ο γιός μου 10 χρόνων, αφού είδε το ντοκιμαντέρ γύρισε και μου είπε : “Είμαι περήφανος που είμαι αρτινός”.
Κι εγώ, φίλε Βασίλη Γκανιάτσα, είμαι υπερήφανος που είμαι φίλος σου…