ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΚΟΜΜΕΝΟ

 

 

 

Εμαράνθη το άνθος της καρδιάς μας

 

 

 

 

 

Του
πρωτοπρεσβυτέρου
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΑΣΙΑ

 

 

Η Αιματοβαμμένη ημέρα της 26ης Αυγούστου 1943 της μαρτυρικής Κοινότητος  Κομμένου Άρτας.
Οι βάρβαροι του Χίτλερ δεν ημπορούσαν να αφήσουν εκτός του κύκλου των κακουργημάτων των την άτυχη Κοινότητα του Κομμένου Άρτας, την οποίαν παρέδωσαν   εις  τας  φλόγας χωρίς  καμιά  αιτία στας 16ης Αυγούστου 1943, ημέρα αποφράδα που θα στιγμάτιζει, αιωνίως την Γερμανία: οι κάτοικοι του Κομμένου επιζή η μνήμη παραδιδομένη από Γενεάς εις Γενεάς.
Σ’ όλο τον κόσμο ξαστεριά σ’ όλο τον Κόσμο ήλιος και στου Κομμένου το χωριό μαύρος καπνός κι αντάρα οι Γερμανοί βάλαν φωτιά και κάψαν το Κομμένο. Οι κάτοικοι κατεσφάγησαν και εβασανίσθηασαν ασπλάχνος γυναίκες δε και κοράσια κατησχύνθηκαν  μετά τη κτηνώδους  μανίας, νήπια και παίδες κατεσπαράχθησαν και γέροντες υπέμειναν βαρύν και επώδυνον θάνατον, γυναίκες εγκύους έσυρον γυμνάς εις τους δρόμους έσχυζον την κοιλίαν και εκβάλοντες τα έμβρυα εκτύπουν αυτά κατά γης. Όλοι φονευθέντες αριθμούνται εις 317 αθώας ψυχάς, ανάμεσα σ ‘αυτούς και 2 ιερείς της Κοινότητας, πολλοί εξ αυτών εκάησαν ζώντες.
Τέτοιες σκηνές έζησεν ο μαρτυρικός λαός του Κομμένου Άρτας, καταστροφή και αφανισμός βωμών και εστιών, εξόντωσις των κατοίκων, τραυματισμένοι ψυχήτε και σώματι, στο ωραίο πολύπαθο κορμί τους, η αγνή ψυχή δεν έσβυσε ζη και θα ζη «Της Ευρώπης λαός μορφωμένος νέα τάξη στο κόσμο θα φέρη ξεκινά και τα καίει με πείσμα σεβασμό και συμπόνια δεν ξέρει στο χωριό το Κομμένο της Άρτας των αθώων εχύθηκε αίμα Γερμανοί τους σκοτώνουν με πάθος , μεθυσμένοι πατούν στα Κουφάρια στους σωρούς των πτωμάτων επάνω.
Ποιος μπορεί να εξιστορήσει τα κλάματα και τις φωνές των βρεφών και τις κραυγές και τα δάκρυα  και τους οδυρμούς των Μητέρων και των Πατέρων; Ποιος θα ξεχάσει τα συγκινητικά  Μοιρολόγια και τους θρήνους και τους κοπετούς των ορφανών και άτυχων επιζώντων  κοριτσιών, πικραμένες και περιφρονεμένες; Εμαράνθη το άνθος της καρδιάς μας, έπεσε ο στέφανος από την κεφαλήν μας και η σημερινή ημέρα 16η Αυγούστου να μη είχε ξημερώσει στο άτυχο χωριό μας  από τις φρικιαστικές καταφωνικές  καταστροφές από τους Γερμανούς. Τίποτα δεν έμεινε ανέπαφο από την ορμή  και τη λύσσα τους, όπως δεν έμεινε ανέπαφο από την ορμή και τη λύσσα τους, όπως σπίτια πλούσια και  φτωχά  κατεστράφηκαν και λεηλατήθηκαν ακόμα και τις  Εκκλησίες , όλο το χωριό ερήμωσε δεν υπάρχε  άνθρωπος ούτε ζώο ούτε πουλί που να φώναζε ή να λαλούσε Μονάχα  μερικοί  είχαν απομείνει τραυματισμένοι, τρυπωμένοι στις όχθες του ποταμού Αράχθου μέσα στο νερό. Η κάποτε ευημερούσα Κοινότητα Κομμένου Άρτας  δεν ήταν πλέον , παρά ερείπια και αποκαϊδια .
Κλάψετε πέτρες  άψυχες και δέντρα μαρανθήτε η μαύρη ημέρα η σημερινή έκαψε την καρδιά μας.
Ένα πουλί καλόν πουλίν έβγαίν απ’ το Κομμένο
Ουδέ σ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ σε περιβόλια
Επήγεν και εκόνεψεν στα πρώματα επάνω
Έσειξεν τα ένα φτερόν στο αίμα βουτηγμένονέ
σειξεν τα’ άλλο το φτερόν χαρτίν έχει γραμμένο
Αχ πως τους θάφτουν τους νεκρούς και πως τους πάν στο τάφο,
Χωρίς λιβάνι και κερί χωρίς χωρίς Παπά και Διάκο
Αχ Κομμένο μα ςόμορφο χωριό κακόν ριζικόν όπου είχες
Δια την τύχη την κακή που είχες εις τον Κόσμον
ν’ αχεν αστράψη ο ουρανός, ν’ αχεν καεί η ώρα
και τέτοια ημέρα μελανή να μ’ ήχεν ανατείλει
και πως θα ζήσωμεν οι  ορφανές χωρίς  γουνείς κι αδέλφια;
Αχ ποιος άλλος άνθρωπος θρηνήθη και μοιρολογήθηκε
70 χρόνια μέχρι σήμερα και θα μοιρολογιέται εις των Αιώνα.
Γι’ αυτό η Αιματοβαμένη μαρτυρική Κοινότητα Κομμένου Άρτας, έπρεπε να παραμείνει Κοινότητα, Ας ελπίσωμεν.