Αν και Ιταλίδα, ζητώ να παραμείνουμε Έλληνες…

Γράφει:

Cosmina Furchi Gliatas

απ’ το “aixmi.gr”

 

 

 

 

 

Οι ιδέες που μοιράζονται δεν πεθαίνουν ποτέ…

«Μοιράζω», ίσον δίνω, στην περίπτωσή μας: ίσον προσφέρω ως άνθρωπος και με αυτή την «ιδιότητα» γράφω εδώ, μιας και δεν είμαι δημοσιογράφος. Έχοντας ως κίνητρο απλά και μόνο τη δίψα για επικοινωνία, πεπεισμένη ότι αυτές τις δυο λέξεις, «μοιράζω» και «επικοινωνώ», θα έπρεπε να έχουν περισσότερο πραγματικό χώρο στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.

Τελευταία – ως μέλη αυτής της κοινωνίας που ζούμε – όλοι βιώνουμε, o καθένας με διαφορετικό βαθμό και τρόπο, την πολύ δύσκολη κατάσταση που περνά η χώρα μας. Λέω «χώρα μας» γιατί, αν και Ιταλίδα, από τη «Μεγάλη Ελλάδα«, ταυτίζομαι με τα λόγια του Μέγα Αλέξανδρου: «Δε μ’ ενδιαφέρει η καταγωγή των πολιτών, ούτε η φυλή στην οποία γεννήθηκαν. Τους αντιμετωπίζω όλους μ’ ένα κριτήριο: την αρετή. Για μένα κάθε καλός ξένος είναι Έλληνας και κάθε κακός Έλληνας είναι χειρότερος από βάρβαρος.»

Έχουμε ξεχάσει να επικοινωνούμε μεταξύ μας και, πάνω από όλα, να μοιραζόμαστε πράγματα και συναισθήματα με τον συνάνθρωόο μας. Αν κατείχαμε και αυτή την αρετή, την ανθρωπιά, και την ακολουθούσαμε, σίγουρα σήμερα θα είμαστε σε καλύτερη μοίρα. Θα μας βοηθούσε, τουλάχιστον, να δεχόμαστε να σεβόμαστε κάθε καλό ξένο και να απαλλαγούμε από κάθε βάρβαρος. Να παραμείνουμε Έλληνες πριν γίνουμε Ευρωπαίοι πάση θυσία

Χρειαζόμαστε την επικοινωνία στο βαθμό που χρειαζόμαστε τον αέρα που αναπνέουμε, γιατί δίχως αυτή, και δεν υπερβάλω εδώ, πνιγόμαστε. Ο κόσμος διψάει για επικοινωνία, για μια κουβέντα που θα απαλύνει το πόνο που βαραίνει την ψυχή του, για ένα ζεστό βλέμμα, ένα χέρι βοήθειας. Αυτά έχει τόσο ανάγκη και όποιος μπορεί να προσφέρει θα είναι σίγουρα Θεόσταλτος.

Αν μοιραζόμασταν τα συναισθήματά μας, την αγάπη μας, σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς – και όχι μόνο – θα είχαμε αποφύγει πολύ δυσάρεστα γεγονότα.

H Αθήνα, όπως και πολλές άλλες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ετοιμάζεται, γιορτινά στολισμένη, να μοιράσει στιγμές χαράς για τους κατοίκους της και για όσους, φυσικά, θα την επισκεφτούν. Οι βιτρίνες, οι δρόμοι της είναι λαμπρά φωτισμένοι, θέλοντας έτσι να δείξουν άλλο πρόσωπο, να μαγεύουν τον επισκέπτη αμέσως, δημιουργώντας  κλίμα παραμυθιού.

Η προσπάθεια της πόλης να σε βάλει έξυπνα μέσα στο παραμύθι έρχεται αντιμέτωπη με το αληθινό πρόσωπο που δείχνει άθελά της και που της χάρισαν οι πολιτικοί και οι κυβερνήσεις της Ελλάδας, τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια.

Μια πόλη που ο κόσμος δυσκολεύεται να επιβιώνει, να επικοινωνεί. Κάθε γωνιά της, φέρνει σημάδια από τα χτυπήματα που δέχεται σε καθημερινή βάση, πλέον, από τις σχεδόν διαμαρτυρίας τον πολιτών που συγκρούονται με τα όργανα της δημόσια τάξης, ενώ παράλληλα και οι άστεγοι, οι πεινασμένοι αυξάνονται με ραγδαίο ρυθμό.

Το λυπημένο βλέμμα αυτών των ανθρώπων, με οδήγησε πέρυσι -τέτοια εποχή περίπου- να γράφω τα συναισθήματά μου και να τα μοιράζω με άλλους φίλους της ποίησης. Έγραψα ένα ποίημα στα ελληνικά, «Κλωσάρ«, αφιερωμένο στους άστεγους, όχι τους ρομαντικούς της παλιάς εποχής, αυτούς που είχαν διαλέξει εν μέρει να ζουν κάτω από τον ουρανό, από τις γέφυρες, αλλά στους καινούργιους άστεγους. Αυτούς που κάθε μέρα ξεφυτρώνουν παντού, σε κάθε ευρωπαϊκή πόλη, που έπεσαν θύματα του χυδαίου εγωισμού και της ανικανότητας ή αναισθησίας πολλών πολιτικών μας.

Αυτών που χρησιμοποίησαν για τα προσωπικά τους συμφέροντα, για τη δικιά τους «μοιρασιά», την εντολή του ελληνικού λαού να τους αντιπροσωπεύει.

Αυτών που νόμισαν ότι η επικοινωνία γίνεται μέσω του στημένου τηλεοπτικού παράθυρου στα διάφορα κανάλια.

Αυτών που ποτέ δεν κοίταξαν στα μάτια τον συνάνθρωπό τους.

Αυτών που δεν πρέπει να λέγονται Έλληνες αλλά βάρβαροι, μιας και κουρέλιασαν την ελληνική ψυχή και αδυνατούν να αναγνωρίσουν τη λέξη φιλότιμο που τόσο πολύ άλλοι λαοί ζηλεύουν.

Αλήθεια, ποια γέννα γιορτάζουν αυτοί οι άνθρωποι στα μεγάλα σπίτια τους, όταν στη χώρα δύσκολα γεννάει πια κάποιος και τα τετραγωνικά που αντιστοιχούν σε πολλές οικογένειες είναι από λίγα έως ελάχιστα για μια αξιοπρεπής επιβίωση; Σε τι θα διαφέρει για αυτούς η καινούργια χρονιά από την παλιά που σε λίγο αφήνουμε πίσω μας; Ποια φώτα θα δούμε τις Θεοφάνια όταν τα χαράτσια έχουν σπείρει το σκοτάδι σε όλη την Ελλάδα και οι απλήρωτοι λογαριασμοί αυξάνονται μέρα με τη μέρα;

Βρισκόμαστε με ένα πόδι στο 2013 και όλα εδώ μοιάζουν σαν να περιμένουμε το Μεσσία για να μας σώσει, περικυκλωμένοι από γραμματείς & φαρισαίους, περιμένοντας οι Μάγοι του ΔΝΤ να μας φέρουν τα δώρα – που αγόρασαν με τα δικά μας λεφτά – και κοιτάζουμε συνεχώς τον ουρανό για να δούμε αν πέφτει πάλι μάννα για να τραφούμε, φορώντας τα καλά μας ως Ευρωπαίοι και απαξιώνοντας αυτούς που είναι σε χειρότερη μοίρα από εμάς, τους Κλωσάρ.

ΚΛΩΣΑΡ. Με αυτούς τους στίχους συμμετείχα στο Διεθνή Διαγωνισμό Ποιημάτων «Premio Internazionale di Poesia:Tropea Onde Mediterranee», κερδίζοντας τη δεύτερη θέση. Θα ήθελα να αφιερώνατε ακόμα λίγα λεπτά από το χρόνο σας και να διαβάσετε αυτό το ποίημα. Δεν πρόκειται για καμία διαφήμιση για μένα ή για κανένα νέο βιβλίο μου, για τον απλούστατο λόγο ότι, δεν είμαι ποιήτρια, δεν έχω εκδώσει κανένα βιβλίο, γράφω απλά στιχάκια και με αυτά επικοινωνώ με τους συνανθρώπους μου.

Σας εύχομαι καλές γιορτές, με υγεία και αγάπη και μια συμβουλή για να βρείτε το αληθινό πνεύμα τον Χριστουγέννων. Μην ψάχνετε κάτω από όμορφα στολισμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα, ούτε σε πολύχρωμα κουτάκια με μεταξένιες κορδέλες, κοιτάξτε απλά προσεκτικά γύρω σας, και μοιραστείτε την αγάπη σας με τον πλησίον σας, τους ανήμπορους και μη ξεχάσετε τους τελευταίους των τελευταίων, τους άστεγους. Προσφέροντας τους έστω και το ελάχιστο που μπορείτε.

Πιστέψτε με, δεν υπάρχει καλύτερο χριστουγεννιάτικο δώρο να κάνετε στον εαυτό σας. Μοιραστείτε την αγάπη σας για να νιώσετε τα Χριστούγεννα στη ζωή σας, να νιώσετε άνθρωποι, αυτή είναι η μοναδική φυλή που υπάρχει στο κόσμο και όλοι εμείς, παιδιά του ίδιου Θεού.

ΚΛΩΣΑΡ

Χέρια απλωμένα στη ζητιανιά
ρανίδων αγάπης
να σβήσουν της ψυχής το φλόγισμα.
Οικτίρμονα μάτια διασχίζουν τις ψυχές
που αποστρέφουν το βλέμμα,
που κωφεύουν στον πόνο
μπρός στη βουβή απόγνωση
της κραυγής για αγάπη.

Δραπετεύουν τα βήματα βιαστικά,
μακρυά απτην ζωή που βυθίζεται
αργά στη φθορά.

Σε πεζοδρόμια, σε παγκάκια,
στην αδιαφορία των ματιών
που δεν βλέπουν παρά μία βιτρίνα.

Καθρέπτης εφήμερος
της ματαιότητας
αποκρύπτει καλά της ζωής την ουσία.

Είναι οι κλωσάρ,
που άλλη στέγη δεν έχουν
παρά μόνο καρδιά

Αποσκευή μόνη ο πόνος
στο απλανές τους ταξίδι.

Του περιθωρίου φαντάσματα
την ανθρωπιά ανιχνεύουν
στις μητροπόλεις.

Το δάκρυ κυλά στην ωχρή την μορφή τους
υνί που οργώνει ως βαθιά την καρδιά
σε χαμόγελο αμήχανο
σένα βλέμμα γενναίο
που θα έβλεπε πέρα απέναν θάνατο πείνας.

Θα κοιτάξει κατάματα τον Άνθρωπο,
τον αδερφό, τον υιό του Θεού
και για μία μονάχα στιγμή
ναντικρύσει τον εαυτό του τον ίδιο.