Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης

 

 

Του

ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ

 

 

 

Τελείωσαν οι ήσυχες μέρες του Αυγούστου. Τελείωσαν μέσα σε μια εκκωφαντική σιωπή και ένα ασημένιο δίσκο στον ουρανό, σε μια πόλη που δείχνει αμήχανη και χαμένη, μπροστά στο σταυροδρόμι των εποχών.
Στους μισοέρημους δρόμους της, άνθρωποι περπατούν σκεπασμένοι από τη μεμβράνη της συνείδησης των τωρινών και των μελλούμενων. Άνθρωποι με την ακοίμητη περιέργεια του νέου, αλλά και τον φόβο του άγνωστου.
Στη διακεκαυμένη επαρχία του παρόντος όμως, οι άνθρωποι ακολουθούν τα ενδόμυχα νεύματα της καρδιάς και σπάζοντας τα ντουβάρια της μοναξιάς, με ηδονικούς δισταγμούς, πλησιάζουν ο ένας τον άλλον και, τότε, ξεκινάει το κρυπτογράφημα της δημιουργίας που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε έρωτα.
Κάποτε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, έγραψε για τον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας». Ίσως, μετά από χρόνια, να βρεθεί η ευλογημένη εκείνη γραφίδα που θα γράψει το χρονικό για τον «Έρωτα στα χρόνια της κρίσης».
Χερουβικός χρησμός ο έρωτας και εμβληματική μορφή του βίου, είναι η πεμπτουσία του κάλλους στο διάβα των χρόνων. Ανεξίτηλα εγγεγραμμένος με αόρατη δερματοστιξία στη ψυχή του ανθρώπου, προκαλεί εκείνη την κεφαλαιώδη απορία, την απάντηση στην οποία δεν μαθαίνει παρά μόνο μετά την απώλεια.
Η θερμή ακτινοβολία της συντροφικότητας, είναι το απάγκιο στους δύσκολους καιρούς. Η πρώτη ύλη της ο Έρωτας, εγκάθειρκτος στη ζωή των ανθρώπων, δεσμοφύλακας μα και κατάδικος που λαχταρά την εύξεινη αγκαλιά του άλλου. Στους καιρούς της κρίσης εντείνεται το φαινόμενο της ολικής αποξένωσης, του απομονωτισμού, του εσώκλειστου και μοναχικού βιώματος της καταστροφής.

Αυτός ο Άντρας
Αυτή η Γυναίκα
Με την διττή τους πείνα
Πάσχιζαν να διαπεράσουν
Το πέπλο του Θεού

Και για μια στιγμή το πέτυχαν
Παρ’ όλο που ο Θεός
Μες στη διαστροφή του
Λύνει τον κόμπο.
( Α. Σέξτον ”Όταν ο Άντρας εισχωρεί στη Γυναίκα”)

Περιδιαβαίνοντας την πόλη, συναντάς αραιά και που ανθρώπους ερωτευμένους να ίπτανται, ενσαρκώνοντας την ελπίδα. Νέα παιδιά αλλά και μεγαλύτεροι, στα θερινά σινεμά, στις μικρές ταβέρνες των πεζόδρομων, διασταυρώνουν τα βλέμματα τους με ερωτική λατρευτικότητα, αγνοώντας τον ζόφο του παρόντος. Έρωτες ταιριαστοί και αταίριαστοι. Έρωτες ξαφνικοί. Έρωτες ανυπέρβλητοι. Έρωτες απαγορευμένοι.

Εγώ – υπάρχω. Εσύ – θα υπάρξεις. Ανάμεσα μας – έρεβος.
Εγώ πίνω. Εσύ διψάς. Να συνεννοηθούμε – δύσκολα.
Δέκα χρόνια, εκατό χιλιετίες
Μας χωρίζουν. – Γέφυρες ο  Θεός δε φτιάχνει.

Να υπάρξεις! – είναι το κήρυγμα μου. Άφησε μόνο –
Δίπλα να περάσω, δίχως με την ανάσα μου το ύψος να χαλάσω.
Εγώ – υπάρχω. Εσύ θα υπάρξεις. Μετά από δέκα άνοιξες
Θα πεις: – υπάρχω! – κι εγώ θα πω : – κάποτε …
(Μαρίνα Τσβετάγιεβα)

Κι εκεί, σ’ αυτά τα βλέμματα αχνοφέγγει η ελπίδα για το αύριο. Όσο υπάρχουν κορμιά που ποθούν το ένα το άλλο, όσο υπάρχουν ψυχές που ερωτεύονται, όσο υπάρχει το ένσημο της επαφής, τίποτα δεν χάθηκε. Μπορεί να άλλαξαν και να αλλάξουν πολλά. Ο μεταβολισμός όμως του Έρωτα είναι μια χειρονομία τρυφερή με την οποία ο άνθρωπος καταβάλει το αντίτιμο της μεταφοράς στο πορθμείο της αθανασίας. Και η απώλεια του Έρωτα δεν είναι τίποτα άλλο παρά το πέρασμα μας από τον μικρό μεσαίωνα της σύντομης ζωής μας.

Πυρετός άγιος
υποψιθύριζε ότι
ο Έρωτας είναι ανθρώπινος,
είναι κάματος καθημερινός
πρέπει να το ανακαλύψεις
και,
να τον ανακαλύπτεις συνέχεια.
και πώς να ζήσεις στο σύμπαν
της απώλειας του.
(Δ.Τ. Petites Sensations)