Στο Λιμάρ σήμανε πραγματικός συναγερμός!

Στο Λιμάρ μπήκαμε μεσημέρι. Και σήμανε πραγματικός συναγερμός! Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι – είχε πάνω από 50 άτομα- βγήκαν στο δρόμο για να μας χαιρετήσουν. Η περιέργεια φούντωνε κι απ’ τις δυο μεριές, μόνο που εμείς -προσποιητά- τη συγκρατούσαμε, ενώ αυτοί -πιο ελεύθεροι- την εκδήλωναν φωναχτά. Κατευθυνθήκαμε στο σπίτι τού Γιώργο Τόδε…

Ήταν ο πρόεδρος του χωριού. Μας υποδέχτηκε ο ίδιος, η γυναίκα του η Φρόσω, τα παιδιά του Κλωντιάν και Κλιέμε, οι νύφες, τα εγγόνια του. Στη σάλα του σπιτιού -ένα τραπέζι στη μέση, γύρω- γύρω κρεβάτια- μας κέρασαν καφέδες, τσίπουρο, αναψυκτικά. Και μας άφησαν να φύγουμε – βιαζόμαστε- όταν τους υποσχεθήκαμε πως θα γυρίζαμε για φαγητό!

Να κατεβούμε στο ποτάμι, στο γεφύρι που ψάχναμε, ήθελε ακόμη μία ολόκληρη ώρα. Αγχωθήκαμε. Είμαστε τόσο κουρασμένοι κι ο ήλιος έκαιγε. Όμως…

Όταν βγήκαμε απ’ το χωριό, μπήκαμε σ’ έναν στενό πέτρινο δρόμο που, με πολλά γυρίσματα, αμέτρητα ζικ-ζακ, άρχισε να μας κατεβάζει στην ποταμιά. Ήταν πολύ απότομος -πιο επώδυνος κι απ’ ανηφόρα- γι’ αυτό και γαντζωνόμαστε κυριολεκτικά στα σαμάρια να μη φύγουμε μπροστά. Κάτι ήξεραν που το Ζήκο, το γάιδαρο, δεν μας άφησαν να τον πάρουμε κοντά -θα ’ταν αδύνατο να επιστρέψει πάνω. Όσο για τον ήλιο, αυτός, όσο κατεβαίναμε, τόσο γινόταν ανυπόφορος. Βγάλαμε τα πουκάμισα και σκεπάσαμε τα κεφάλια…

Με τα πολλά..! Ναι, άξιζε τον κόπο! Μόλις το αντικρίσαμε από μακριά, συμφωνήσαμε όλοι με επιφωνήματα! Το γεφύρι του Καλιά, τεράστιο, επιβλητικό, θριάμβευε πάνω απ’ το χάσμα του Ζαγκόρι, πέρα απ’ την ανθρώπινη λογική, μπροστά απ’ το σκούρο του Γκολίκου..!

Για ώρα χαζεύαμε: το ένα και μοναδικό του τόξο, βραχοθεμελιωμένο, να εκτινάσσεται μεσοούρανα για να συμφιλιώσει τις όχθες το  αλντερίμι, με ρυθμό, να εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να σε περάσει απέναντι, να συνεχίσεις το ταξίδι στα αριστερά ένα παράθυρο πάντα σε επιφυλακή, για να εξασφαλίζει και να ελαφραίνει και, το κυριότερο, ανύποπτο αποκάτω το ποτάμι να συνεχίζει τη ροή του  αδιαμαρτύρητα!

Το γεφύρι το ’χε φτιάξει ο Αλή πασάς όταν κυβερνούσε στα Γιάννενα. Εξασφάλισε έτσι απρόσκοπτη συγκοινωνία με την κεντρική Αλβανία, τούτη τη φορά μέσω Πωγωνίου και Ζαγοριάς. Αφού διάβαιναν το γεφύρι, τα καραβάνια έμπαιναν στα στενά της Κλεισούρας, κι από κει  πορούσαν να συνεχίσουν είτε αριστερά προς Τεπελένι, είτε δεξιά προς Μπεράτι. Η διαδρομή υπήρξε πολυσύχναστη, γι’ αυτό, όταν ο Αλή  όρισε το γεφύρι-και το δρόμο που ανεβάζει στο Λιμάρ- στον έμπιστό του Χασάν Δερβίση, ο τελευταίος βάζοντας διόδια κυριολεκτικά θησαύρισε.

Ο Παναγιώτης μέσα στην κοίτη, ο Βασίλης πάνω στο τόξο, τέντωναν την κορδέλα, μετρούσαν και φώναζαν: ύψος 16.30, άνοιγμα καμάρας 20.20, μήκος διαδρόμου 31.70, πλάτος 2.75, ωφέλιμο πλάτος 2.20, αρκάδες…

Και τότε..! Μια δυνατή τουφεκιά, δυο, τρεις, αντιλάλησαν στη ρεματιά! Ξαφνιαστήκαμε! Από ψηλά, κατά Γκολίκου πλαγιά, ο Ζίπο Κόρο, πάνω στ’ άλογο, τον βλέπαμε να κουνά την καραμπίνα του και να απειλεί! Ο Πύρρο, από κοντά κι ο Σίμο, άρχισαν να χειρονομούν, να βλαστημάνε..! Κι ο Ζίπο: -Ντόνα έδε ούνε πέσε λίρα..! «Σκοτώθηκαν πολλοί Έλληνες εδώ! Το μέτωπο ήταν πάνω, στο Κέσινεκ. Κάθε μέρα κατέβαζαν σκοτωμένους και τραυματίες και από το Κέσινεκ και απ’ το Γκολίκου! Γέμισε ο τόπος τάφους! Το στρατηγείο τους το ’χαν μέσα στο χωριό. Ένας Θεμιστοκλής Γεωργιάδης, έτσι τον λέγανε, στρατηγός, έμενε στην εκκλησιά. Μείνανε οι Έλληνες στο Λιμάρ 6 μήνες. Το 1941 αυτά…».

Είχαμε επιστρέψει στο χωριό και τρώγαμε στο σπίτι του Γιώργο Τόδε. Ο ίδιος θυμόταν ιστορίες παλιές, απ’ τον πόλεμο, που μας μετέφραζε ο Βασίλης. Όρθια η γυναίκα του, μαζί κι οι νύφες, πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα, φέρνοντας μεγάλες μερίδες κατσίκι με πατάτες, σαλάτες, κρασί! Γύρω στο τραπέζι, αλλά και πάνω στα κρεβάτια, καθόμαστε δεκατέσσερα άτομα!

«…Κάποια στιγμή κόπηκε ο ανεφοδιασμός τους -συνέχιζε ο κυρ-Γιώργος! Δεν έρχονταν προμήθειες. Άρχισαν να πεινάνε οι στρατιώτες. Δόθηκε τότε διαταγή να πάμε απ’ το χωριό. Τους πηγαίναμε γίδια, αρνιά, τυρί, και μας δίδανε κάτι χαρτάκια με υπογραφή. Όταν ήρθαν πάλι τα τρόφιμα, αποκαταστάθηκε ο εφοδιασμός, μας τα επέστρεψαν όλα. Μας δώσανε και χρήματα. Ένας που κράτησε το χαρτί, τώρα που πέσαν τα σύνορα, το πήγε στο προξενείο και του δώσανε βίζα. Πάει κι έρχεται Ελλάδα όποτε θέλει. Τσάνι Ντόρθι τον λένε, γέρος σήμερα μένει στην Κλεισούρα…».

Είχαμε πια χορτάσει. Ήταν και η κούραση που δεν επέτρεπε μπουκιά παραπάνω. Η κυρά-Φρόσω όμως συνέχιζε να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα, όλοι οι Τόδε να τρώνε με πιρούνια και με χέρια! Ο Παναγιώτης κατάλαβε, ήξερε. Πρέπει να τελειώσει όλο το σφαχτό -έκανε νόημα- αλλιώς θα είναι προσβολή..!

-Σντρούαζ.., πρότεινε το ποτήρι του ο κυρ-Γιώργος.

Στην είσοδο του σπιτιού σε λίγο, κάτω απ’ το χαγιάτι με τα καλαμπόκια, στριμωχνόμαστε όλοι μαζί για να χωρέσουμε στη φωτογραφία. Η αναμνηστική περιείχε και ..καλάσνικοφ! Τα είχε τραβήξει βιαστικά, αποκάτω απ’ το κρεβάτι, ο Κλιέμε, να τα φορέσουν τιμητικά οι καλεσμένοι! Ύστερα ανεβήκαμε στα ζώα. Ευχές, φιλιά, και …άιντε!

Του Βασίλη τα πόδια, δεξιά κι αριστερά απ’ το Ζήκο, σέρνονταν στο χώμα. Θέλησα να αποθανατίσω τη σκηνή. Έβγαλα απ’ την τσάντα τη φωτογραφική, μα …βρέθηκα κάτω απ’ το μουλάρι! Οι άλλοι γέλασαν -πιο πολύ ο Βασίλης.